24 Νοε 2011

Δεύτερη προσφυγή στο ΣτΕ για την ακύρωση της Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων της ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ

Πολίτες ζητούν με προσφυγή τους στο Συμβούλιο Επικρατείας: “Να ακυρωθεί η κοινή απόφαση 201745/26.7.2011 των Υπουργών Περιβάλλοντος; Ενέργειας & Κλιματικής Αλλαγής, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας & Ναυτιλίας, Υγείας & Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων και Πολιτισμού & Τουρισμού, καθώς επίσης και κάθε άλλη συναφής, προγενέστερη ή μεταγενέστερη διοικητι­κή πράξη ή παράλειψη. Να καταδικασθεί το αντίδικο στην καταβολή της ενγένει δικαστικής μας δαπάνης.”
Το κείμενο της προσφυγής και η προσφυγή:


Προσφυγή στο ΣτΕ 48 Πολιτών κατά της ΜΠΕ της Ελληνικός χρυσός
ΜΑΤΙΝΑ ΑΣΗΜΙΚΟΠΟΥΛΟΥ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
ΣΙΝΑ 30 – 10672 – ΑΘΗΝΑ
210.36.35.137 – FAX 210.36.29.353.
Εmail: gpapdim(2), ath.forthnet.gr
Προς το Συμβούλιο της Επικρατείας
ΑΙΤΗΣΗ
1. Μιχαήλ Βλαχόπουλου του Αστεριού, Μηχανικού, κατοίκου Ιερισσού Χαλκιδικής, 2. Χρήστου Δάλλα του Νικολάου, Λογιστή, κατοίκου Ιερισσού Χαλκιδικής, 3. Απόστολου Παπαγεωργίου του Μιχαήλ, Πολιτικού Μηχανικού, κατοίκου Ιερισσού Χαλκιδικής, 4. Νικολάου Μπούλου του Κωνσταντίνου, Δικηγόρου, κατοίκου Νεοχωρίου Χαλκιδικής 5. Νικολάου Στεφανή, του Δημοσθένη, Μηχανικού, κατοίκου Στανού Χαλκιδικής, 6. Αγγέλου Αυγολούπη του Ιωάννη, Δασολόγου, κατοίκου Μεγ. Παναγιάς Χαλκιδικής, 7. Αστεριού (Στέλιου) Γισγάκη του Ελευθερίου, Συνταξιούχου, κατοίκου Πυργαδικίων Χαλκιδικής, 8. Δημητρίου Καραπαντά του Αναστασίου, Συνταξιούχου, κατοίκου Γοματίου Χαλκιδικής, 9. Χρήστου Κολιώτσα, του Δημοσθένη, Συνταξιούχου, κατοίκου Μεγ. Παναγιάς Χαλκιδικής, 10. Ιωάννη Χαριστά του Μαύρου, Συνταξιούχου, κατοίκου Μεγ. Παναγιάς Χαλκιδικής, 11. Δέσποινας Αϊβαζίδου του Φώτη, Ιδιοκτήτριας Ενοικιαζόμενων Δωματίων, κατοίκου Ιερισσού Χαλκιδικής, 12. Αλεξίου Αντωνίου του Γεωργίου, Συνταξιούχου Μεταλλωρύχου, κατοίκου Ιερισσού Χαλκιδικής, 13. Ελένης Βεργίνη του Νικολάου, Εμπόρου, κατοίκου Ιερισσού Χαλκιδικής, 14. Χαράλαμπου Ιωσηφίδη του Κωνσταντίνου, Ελεύθερου Επαγγελματία, κατοίκου Νέα Ρόδα Χαλκιδικής, 15. Θεοφίλου Κασκέτη του Χρήστου, Ιδ. Υπαλλήλου, κατοίκου Ιερισσού Χαλκιδικής, 16. Κωνσταντίνου Κοκοτζίλα του Γεωργίου, Δημ. Υπαλλήλου, κατοίκου Ιερισσού Χαλκιδικής, 17. Κωνσταντίνου Μουρατίδη του Νικολάου, Οικονομολόγου, κατοίκου Ιερισσού Χαλκιδικής, 18. Ελευθερίου Μελετλίδη του Κωνσταντίνου, ξενοδόχου, κατοίκου Ουρανούπολης Χαλκιδικής, 19. Αστεριού Βασιλούδα του Βασιλείου, Συνταξιούχου, κατοίκου Μεγ. Παναγιάς Χαλκι­δικής, 20. Ελένης Παναγιωτοπούλου-Καμπάνη, του Νικήτα, Ελεύθερου Επαγγελματία, κατοίκου Νέα Ρόδα Χαλκιδικής, 21. Στυλιανής Καρλά-Ευθυμίου του Γεωργίου, Ελεύθερου Επαγγελματία, κατοίκου Ιε­ρισσού Χαλκιδικής, 22. Παύλου Τομμέ του Ιωάννη, Συνταξιούχου Οικονομολόγου, κατοίκου Στρατωνίκης Χαλκιδικής, 232. Αστεριού Χασάπη του Θεολόγη, Κτηνοτρόφου, κατοίκου Ιερισσού Χαλκιδικής, 24. Θεοδώρου Στρατηγάκη του Ευστρατίου, Συνταξιούχου, κατοίκου Πυργαδικίων Χαλκιδικής, 25. Βασιλείου Ψυλλάκου του Ευαγγέλου, Εκπαιδευτικού, κατοίκου Ιερισσού Χαλκιδικής, 26. Κλεοπάτρας Αϊβαζίδου του Νικολάου, ιδιοκτήτριας Ενοικιαζομένων Δωματίων-Εμπόρου, κατοίκου Ιερισσού Χαλκιδικής, 27. Δημητρίου Κασάμπαλη του Αθανασίου, κατοίκου Στανού Χαλκιδικής, 28. Ευστρατίου Ιατρού του Αθανασίου, Απόστρατου Αξιωματικού Στρατού, κατοίκου Ιερισσού Χαλκιδικής, 29. Αικατερίνης Καδή-Γκατζώνη του Παναγιώτη, Εκπαιδευτικού, κατοίκου Ιερισσού Χαλκιδικής, 30. Βασιλείου Καραβασίλη του Νικολάου, Ελεύθερου Επαγγελματία, κατοίκου Ιερισσού Χαλκιδικής, 31. Χρήστου Πασχαλίδη του Θεολόγη, Βιοτέχνη Ξύλου, κατοίκου Ιερισσού Χαλκιδικής, 321. Αθανασίου Παπασαραφιανού του Γεωργίου, Εκπαιδευτικού, κατοίκου Μεγ. Πανα­γιάς Χαλκιδικής, 33. Αργυρίου Υψηλάντη του Σταύρου, Ελεύθερου Επαγγελματία, κατοίκου Μεγ. Πανα­γιάς Χαλκιδικής, 34. Νικολάου Φούκα του Αστεριού, Ελεύθερου Επαγγελματία, κατοίκου Μεγ. Παναγιάς Χαλκιδικής, 35. Ευαγγέλου Μιγγίρη του Ηλία, ιδιοκτήτη Καφέ-Αναψυκτήριου, κατοίκου Αμμουλιανής Χαλκιδικής, 36. Δαμιανού Πολίτη, Ιδ. Υπαλλήλου, κατοίκου Αμμουλιανής Χαλκιδικής, 37. Γεωργίου Ροδοκαλάκη του Παναγιώτη, Πλοιοκτήτη, κατοίκου Αμμουλιανής Χαλκιδικής, 38. Αντωνίου Χριστοδούλου του Στεφάνου, Ελεύθερου Επαγγελματία, κατοίκου Αμμουλιανής Χαλκιδικής, 39. Ευαγγελίας Χριστοδουλου του Γεωργίου, Ελεύθερου Επαγγελματία, κατοίκου Αμμουλιανής Χαλκιδικής, 40. Αναστασίας Μαύρου του Αχιλλέα, Κοινωνικής Λειτουργού, κατοίκου Γοματίου Χαλ­κιδικής, 41. Παύλου Χαλκιά του Γεωργίου, Απόφοιτου Σχ. Τουριστικών Επαγγελμ., κατοίκου Γο­ματίου Χαλκιδικής, 42. Ιάκωβου Δημαρίδη του Χαραλάμπους, Υπαλλήλου ΟΣΕ, κατοίκου Νέας Ρόδας Χαλκιδικής, 43. Γεωργίου Συμεωνίδη του Κωνσταντίνου, Αγρότη, κατοίκου Νέας Ρόδας Χαλκιδικής, 44. Χριστίνας Πράπα-Καρανάσου του Γεωργίου, Ελεύθερου Επαγγελματία, κατοίκου Πυργαδικίων Χαλκιδικής, 45. Ελένης Γερνά του Κωνσταντίνου, Συνταξιούχου, κατοίκου Ολυμπιάδας Χαλκιδικής, 46. Λαζάρου (Λάκη) Αντωνάκη του Σάββα, Ξενοδόχου, κατοίκου Ουρανούπολης Χαλκιδικής, 47. Κωνσταντίνου Καπάνταη του Γεωργίου, Ελεύθερου Επαγγελματία, κατοίκου Ουρανούπολης Χαλκιδικής, 48. Χρυσαυγής (Χρύσας) Λυκάκη-Τσιβιλόγλου του Ευστρατίου, Μεσίτριας, κατοίκου Ουρανούπολης Χαλκιδικής,
ΚΑΤΑ
α) του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής,
β) του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας,
γ) του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης,
δ) του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, και
ε) του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού, όλων νομίμως εκπροσωπουμένων
ΠΑ ΤΗΝ ΑΚΥΡΩΣΗ
της κοινής απόφασης 201745/26.7.2011 των ανωτέρω Υπουργών με την οποία εγκρίθη­καν οι περιβαλλοντικοί όροι των έργων : αα) «ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΕΣ – ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ», και ββ) «ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ, ΚΑΘΑΡ1ΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΧΩΡΟΥ ΑΠΟΘΕΣΗΣ ΠΑΛΑΙΩΝ ΤΕΛΜΑΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑΣ» της εταιρείας’ «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ Α.Ε.Μ.Β.Χ.» στο Νομό Χαλκιδικής, και κάθε συναφούς, προγενέ­στερης ή μεταγενέστερης, πράξης ή παράλειψης της Διοικήσεως.
Ι
1. Με την από 21.12.1995 σύμβαση μεταβιβάσθηκε στην εταιρεία «TVX HELLAS ΑΕ», αντί τιμήματος 11 δισεκατομμυρίων δραχμών (περίπου 39,8 εκατομμύρια €), το σύνολο του ενεργητικού της αυτοτελούς παραγωγικής μονάδας, ιδιοκτησίας της υπό ειδική εκκαθάριση (άρθρο 46 του ν. 1892/1990) τελούσας «Ανώνυμης Εταιρείας Χημι­κών Προϊόντων & Λιπασμάτων», στην περιοχή Κασσάνδρας Χαλκιδικής. Προηγήθηκε δημόσιος πλειοδοτικος διαγωνισμός στον οποίο οι ενδιαφερόμενοι υποχρεώθηκαν, μα­ζί με την οικονομική προσφορά τους, να υποβάλουν επιχειρηματικό σχέδιο δράσης, επενδυτικό πρόγραμμα, πρόγραμμα για την εξασφάλιση θέσεων εργασίας και να καθο­ρίσουν τις εγγυήσεις τους για την εξασφάλιση του πιστούμενου τιμήματος και την τή­ρηση των αναλαμβανομένων υποχρεώσεων.
Η ανωτέρω σύμβαση, στην οποία συνεβλήθησαν εκ τρίτου το Ελληνικό Δημόσιο και η εταιρεία «TVX GOLD INC», κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2436/1996.
2. Στις 9.12.2003 το Ελληνικό Δημόσιο κατήγγειλε εξωδίκως την ανωτέρω σύμ­βαση, επιφυλασσόμενο των νομίμων και συμβατικών δικαιωμάτων του, και κάλεσε τις εταιρείες «TVX HELLAS ΑΕ» και «TVX GOLD INC» να προσέλθουν σε «αμοιβαία διευθέ­τηση των εκατέρωθεν απαιτήσεων και εξωδικαστικό συμβιβασμό». Οι απαιτήσεις του Ελληνικού Δημοσίου ανήγοντο, ειδικότερα, στην μη εκμετάλλευση των μεταλλείων, στην παράλειψη υποβολής νέων Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (:ΜΠΕ) μετά την ακύρωση από το Δικαστήριο Σας (ΣτΕ Ολ. 613/2002) της Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (:ΕΠΟ) για την κατασκευή και λειτουργία εγκαταστάσεων παραγω­γής χρυσού στην Ολυμπιάδα, στις παραβάσεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και στην παράλειψη συμμόρφωσης και τήρησης των υποχρεώσεων για προστασία, συντή­ρηση και αποκατάσταση του περιβάλλοντος, οι οποίες απέρρεαν από τις ισχύουσες αποφάσεις ΕΠΟ και τη μεταλλευτική νομοθεσία. Αντίστοιχα, οι απαιτήσεις των δύο ε­ταιρειών, τις οποίες οι ίδιες εκτιμούσαν σε 293,5 εκ. €, αφορούσαν τη θετική ζημία που υπέστησαν από την απώλεια των δαπανηθέντων επενδυτικών τους κεφαλαίων και τα διαφυγόντα κέρδη λόγω μη υλοποίησης του επενδυτικού σχεδίου.
Στις 12.12.2003 τα μέρη, κατ’ εκτίμηση των εκατέρωθεν προβληθεισών απαιτή­σεων, προέβησαν -χωρίς να τηρηθεί η προβλεπόμενη κατά νόμο προδικασία (άρθρο 2 παρ. ζ’ του ν. 3086/2002)- στη σύναψη σύμβασης εξωδικαστικού συμβιβασμού. Σκοπός της ήταν η «αμοιβαία, πλήρης και ολοσχερής ικανοποίηση των αξιώσεων τους για κάθε δικαίωμα ή απαίτηση τους έναντι αλλήλων, καθώς και η αμοιβαία, ανεπιφύλακτη και πλήρης απαλλαγή από κάθε εγγύηση ή εγγυητική δήλωση τους, ευθύνη ή υποχρέω­ση τους, απορρέουσα για οποιοδήποτε λόγο ή αιτία από την κατά τα ως άνω καταγγελθείσα σύμβαση».
Ειδικότερα, με την ανωτέρω συμφωνία περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο «το σύ­νολο των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας «TVX HELLAS AE», ως έχει και ευρί­σκεται, «-κατά πλήρη κυριότητα από της υπογραφής της παρούσας, χωρίς να απαιτείται φυσική παράδοση αυτού, χωρίς να απαιτείται διαπίστωση και αναγραφή της λογιστικής του αξίας, κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων», αντί ποσού 11.000.000,00€, το οποίο το Δημόσιο συμφώνησε να καταβάλει στην «TVX HELLAS AE», λόγω του συμψη­φισμού. Επίσης, το Δημόσιο ανέλαβε την υποχρέωση, «με το νόμο που θα κυρώσει τη Σύμβαση, να άρει τις συνέπειες για την «TVX HELLAS AE» και τα μέλη των Διοικητικών Συμβουλίων αντίστοιχα από κάθε διοικητική ή/και ποινική ευθύνη τους ή υποχρέωση τους για τυχόν παραβάσεις της νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος…».
Η από 12.12.2003 υπογραφείσα Σύμβαση Εξωδικαστικού Συμβιβασμού κυρώ­θηκε πράγματι με το άρθρο 51 παρ. 1 του ν. 3220/2004 (ΦΕΚ Α, 15/28.1.2004). Με την παράγραφο 4 του ανωτέρω άρθρου ρητώς ορίσθηκε ότι «τυχόν παραβάσεις από την “TVX HELLAS AE” και τα μέλη των Διοικητικών της Συμβουλίων των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος εν γένει, του Μεταλλευτικού Κώδικα, του Κανονισμού Μεταλλευτικών & Λατομικών Εργασιών (ΚΜΛΕ) και των συναφών αδειών και εγκρίσεων, καθώς και των διατάξεων της φορολογικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας, οι οποίες επισύρουν ποινικές ή/και διοικη­τικές κυρώσεις, θεωρούνται ότι έχουν παραγραφεί από της ισχύος του παρόντος άργυρου».
3. Την ίδια με την υπογραφή της Σύμβασης Εξωδικαστικού Συμβιβασμού ημέρα, το Ελληνικό Δημόσιο υπέγραψε δεύτερη σύμβαση για τη μεταβίβαση «κατάχρηση και κυριότητα» του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας «TVX HELLAS ΑΕ» (Μεταλλεία Στρατωνίου, Σκουριών και Ολυμπιάδας μετά των σχετικών μεταλλευτικών δικαιωμάτων, γη, αποθέματα μεταλλευμάτων, πάγια στοιχεία κ.λπ.) που μόλις εί­χαν περιέλθει σε αυτό, στην εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ Ανώνυμη Εταιρεία Μεταλ­λείων και Βιομηχανίας Χρυσού» -συσταθείσα προ τριημέρου (9.12.2003) με μετοχικό κεφάλαιο 60.000,00€ (ΦΕΚ ΑΕ-ΕΠΕ 13117/2003)- αντί συνολικού τιμήματος 11.000.000,00€. Η σύμβαση αυτή κυρώθηκε ακολούθως, με το άρθρο 52 παρ. 1 του προαναφερθέντος ν. 3220/2004.
Προκειμένου να αιτιολογήσει τη σπουδή που επέδειξε για τη μεταβίβαση των ανωτέρω δικαιωμάτων, χωρίς να προηγηθεί η συνθήθης διαδικασία πρόσκλησης υπο­βολής προσφορών ή εκδήλωσης ενδιαφέροντος, το Ελληνικό Δημόσιο επικαλέσθηκε «.την ανάγκη κατεπείγουσας αντιμετώπισης των κρίσιμων περιβαλλοντικών κινδύνων για την περιοχή της Χαλκιδικής που συνδέονται με τη μη λειτουργία και συντήρηση των Μεταλλείων Κασσάνδρας και ιδίως των μεταλλείων Σκουριών, Στρατωνίου και Ολυ­μπιάδας», καθώς και «την ανάγκη συνέχισης μιας οικονομικής δραστηριότητας, κρίσι­μης για την ενγένει οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της περιοχής της Χαλκιδικής και την απασχόληση του ανθρώπινου δυναμικού της». Ωστόσο, όπως συνάγεται από την ί­δια τη Σύμβαση, αφενός η αγοράστρια εταιρεία απηλλάγη ρητώς από οποιαδήποτε ευθύνη «για βλάβες του περιβάλλοντος ή ζημιές τρίτων, οι οποίες επήλθαν ή τα γενε­σιουργά αίτια ανάγονται σε χρόνο πριν από τη δημοσίευση που κυρώνει την παρούσα Σύμβαση» (άρθρο 1), αφετέρου καμία ρήτρα δεν ενσωματώθηκε σχετικά με την απα­σχόληση ορισμένου ή ελάχιστου αριθμού προσωπικού, και μάλιστα επιτόπιου, πλην της γενικής αναφοράς του άρθρου 3 παρ. 3.1.β ότι το «αναγκαίο κάθε φορά προσωπικό θα προσλαμβάνονται και πρώην απασχολούμενοι στα Μεταλλεία Κασσάνδρας».
4. Όπως ειδικότερα συνάγεται από τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 3 της ανωτέρω Σύμβασης, η «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ ΑΕ» αναλαμβάνει:
α) Την υποχρέωση να εκπονήσει «πλήρες και άρτιο» επενδυτικό σχέδιο -χωρίς άλλες λεπτομέρειες- για την ανάπτυξη των Μεταλλείων Κασσάνδρας, καθώς και την ανάπτυξη και λειτουργία Εργοστασίου Μεταλλουργίας Χρυσού, συνοδευόμενο από όλες τις προβλεπόμενες από την κείμενη νομοθεσία μελέτες για την έκδοση των σχετικών αδειών και εγκρίσεων, εντός 24 μηνών από την κύρωση της Σύμβασης. Το σχέδιο μάλιστα θα υπαχθεί στις διατάξεις του επενδυτικού νόμου 2601/1998.
β) Την εκτέλεση του συνόλου των απαιτούμενων εργασιών και διαδικασιών για την προστασία του περιβάλλοντος και τη συντήρηση των υπογείων έργων, λιμνών, τελμάτων και φραγμάτων των Μεταλλείων Κασσάνδρας, σύμφωνα με τις σχετικές εντολές του Υπουργού Ανάπτυξης και την απόφαση 2111/30.10.2003 της ΕΒΜΕ, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, κατά το οποίο θα συνεχισθεί η εκμετάλλευση των υφισταμένων εγκαταστάσεων.
γ) Την άμεση διενέργεια όλων των προπαρασκευαστικών ενεργειών σε επιμέρους Μεταλλεία ή τμήματα τους, για τα οποία υπάρχουν ισχυρές άδειες λειτουργίας, ώστε να καταστεί δυνατή η έναρξη της παραγωγικής διαδικασίας εντός το πολύ τριμήνου με αξιοποίηση και πρώην εργαζόμενων στα Μεταλλεία Κασσάνδρας.
Αντίστοιχα, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, το Ελληνικό Δημόσιο αναλαμβάνει την υποχρέωση να εξετάσει εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών το επενδυτικό σχέδιο που θα του υποβληθεί και να εκδώσει όλες τις απαιτούμενες άδειες και εγκρί­σεις το αργότερο εντός προθεσμίας δέκα (10) μηνών.
Περαιτέρω, με το άρθρο 4 της Σύμβασης προβλέπεται ότι η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν τα μέρη αποτελεί λόγο καταγγελίας της και επιφέρει αναστροφή της πώλησης. Λόγους καταγγελίας αποτελούν επίσης: α) «η μονομερής εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου ουσιώδης βλαπτική για την αγοράστρια» μεταβολή των όρων της σύμβασης και του νομοθετικού καθεστώτος αδειοδότησης του επενδυτικού σχεδίου, και β) η «διακοπή των εργασιών υλοποίησης του ενλόγω επενδυτικού σχεδίου ή της παραγωγικής του λειτουργίας κατόπιν δικαστικής απόφασης που έχει σχέση με το ανωτέρω καθεστώς». Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 1, η εταιρεία «δεν έχει καμιά υποχρέωση και ευθύνη για την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος εν γένει ή απορρέουσα από τον Μεταλλευ­τικό Κώδικα, τον ΚΜΛΕ, τις ΚΥΑ περιβαλλοντικών όρων, τις εγκρίσεις τεχνικών μελετών και τις λοιπές ενγένει διοικητικές πράξεις, εγκρίσεις και άδειες».
Τέλος, με την παράγραφο 4 του άρθρου 3 της ίδιας ως άνω Σύμβασης διευκρινί­ζεται ότι το επενδυτικό σχέδιο, όπως θα εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές, θα αποτελεί αναπόσπαστο παράρτημα της Σύμβασης και θα δεσμεύει τα μέρη σύμφωνα με τους όρους της έγκρισης, ενώ με την παράγραφο 6 του άρθρου 53 του ν. 3220/2004 ρητώς προβλέπεται ότι για την εκτέλεση της Σύμβασης και την υλοποίηση της επένδυσης απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 6 στ’ του ν. 1650/1986, η τήρηση της διαδικασίας υποβολής και αξιολόγησης ΜΠΕ, μετά τη δημοσίευση του κυρωτικού νόμου.
5. Κατ’ εφαρμογήν των ανωτέρω η εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ ΑΕ» υπέβαλε την 27.1.2006 στη Διεύθυνση Μεταλλευτικών και Βιομηχανικών Ορυκτών της Γενικής Διεύθυνσης Φυσικού Πλούτου του Υπουργείου Ανάπτυξης, επενδυτικό σχέδιο για το
σύνολο των Μεταλλείων Κασσάνδρας και έλαβε τη θετική γνώμη της Υπηρεσίας αυτής
με το έγγραφο Δ8-Α/Φ&.49.13/οικ. 6837/1477/27.3.2006.
Στη συνέχεια, κατέθεσε στην ΕΥΠΕ/ΥΠΕΧΩΔΕ φάκελο Προμελέτης Περιβαλλο­ντικών Επιπτώσεων του έργου «Μεταλλευτικές-Μεταλλουργικές Εγκαταστάσεις των Μεταλλείων Κασσάνδρας Χαλκιδικής» (αρ. πρωτ. 482/6.4.2006). Μετά τη διατύπωση θετικής γνώμης από τον Γενικό Διευθυντή Περιβάλλοντος του ΥΠΕΧΩΔΕ (αρ. πρωτ. ΕΥ-ΠΕ/οικ. 144824/24.9.2009), υπέβαλε φάκελο ΜΠΕ με ενσωματωμένο Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων (αρ. πρωτ. ΥΠΕΚΑ/ΕΥΠΕ/128945/6.8.2010). Η εταιρεία είχε προηγουμέ­νως υποβάλει αυτοτελή φάκελο ΜΠΕ και για το έργο «Απομάκρυνση, καθαρισμός και αποκατάσταση χώρου απόθεσης παλιών τελμάτων Ολυμπιάδας» (αρ. πρωτ. Α1481/6.11.2009).
6. Με την κοινή απόφαση 201745/26.7.2011 των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ε­νέργειας & Κλιματικής Αλλαγής, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας & Ναυτιλίας, Υγείας & Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων και Πολιτισμού & Τουρι­σμού (: ΑΕΠΟ) εγκρίθηκαν ακολούθως οι περιβαλλοντικοί όροι των έργων: αα) «ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΕΣ – ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΕΤΑΛΛΕΙΩΝ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ», και ββ) «ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ, ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΧΩΡΟΥ ΑΠΟΘΕΣΗΣ ΠΑΛΑΙΩΝ ΤΕΛΜΑΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑΣ» της εταιρείας «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ Α.Ε.Μ.Β.Χ.» στο Νομό Χαλκιδικής. Πρόκειται για έργα τα οποία σύμφωνα με την απόφαση συνδέονται μεταξύ τους λειτουργικά, αποτελώντας ενότητα. Τα έργα αυτά περιγράφονται περιληπτικά στην ανωτέρω ΑΕΠΟ (ΠΟ αϊ) ως εξής:
Α.- Υποέργο Ολυμπιάδας: Θα τροφοδοτεί με μετάλλευμα το Εργοστάσιο Εμπλουτισμού Μαντέμ Λάκκου. Για τη μεταφορά θα χρησιμοποιηθεί η προβλεπόμενη σήραγγα προ­σπέλασης από Μαντέμ Λάκκο. Μέχρι την ολοκλήρωση της κατασκευής του Εργοστα­σίου Εμπλουτισμού Μαντέμ Λάκκου, το συμπύκνωμα θα παράγεται τοπικά, στο υφιστάμενο εργοστάσιο εμπλουτισμού, το οποίο ανακαινίζεται για να λειτουργήσει αρχικά για 3 χρόνια για τον καθαρισμό των παλαιών τελμάτων της Ολυμπιάδας και, στη συνέχεια, για άλλα 3 χρόνια για την κατεργασία της συντηρητικής εξόρυξης του μεταλλεύ­ματος της Ολυμπιάδας. Τα συμπυκνώματα θα διοχετεύονται στην αγορά μέσα από τις νέες λιμενικές εγκαταστάσεις Στρατωνίου.
Β.- Υποέργο Σκουριών. Περιλαμβάνει Μεταλλείο και Εργοστάσιο Εμπλουτισμού, μαζί με Εγκαταστάσεις Απόθεσης Αποβλήτων. Θα τροφοδοτεί με συμπύκνωμα χαλκού -χρυσού το Εργοστάσιο Μεταλλουργίας Μαντέμ Λάκκου.
Γ.-Υποέργο Μαύρων Πετρών και εγκαταστάσεων Μαντέμ Λάκκου: α) το Μεταλλείο Μαύρων Πετρών θα τροφοδοτεί με μετάλλευμα το Εργοστάσιο Εμπλουτισμού Μαντέμ Λάκκου. Μέχρι την ολοκλήρωση της κατασκευής του Εργοστασίου Εμπλουτισμού Μαντέμ Λάκκου, το συμπύκνωμα θα παράγεται στο υφιστάμενο Εργοστάσιο Εμπλουτισμού Στρατωνίου.
β) Το Εργοστάσιο Εμπλουτισμού Μαντέμ Λάκκου θα παράγει: αα) συμπυκνώματα μολύβδου και ψευδαργύρου (από τα μεταλλεία Μαύρων Πετρών και Ολυμπιάδας) τα ο­ποία θα διοχετεύονται στην αγορά, και ββ) συμπύκνωμα χρυσοφόρων πυριτών (από το Μεταλλείο Ολυμπιάδας). Το συμπύκνωμα χρυσοφόρων πυριτών μαζί με το συμπύκνω­μα χαλκού-χρυσού των Σκουριών θα τροφοδοτεί το Εργοστάσιο Μεταλλουργίας Μα­ντέμ Λάκκου για περαιτέρω επεξεργασία. Μέχρι την ολοκλήρωση του Εργοστασίου Μεταλλουργίας, τα συμπυκνώματα χρυσοφόρων πυριτών Ολυμπιάδας και χαλκού-χρυσού Σκουριών θα διοχετεύονται στην αγορά ως έχουν μέσα από τις νέες λιμενικές εγκαταστάσεις Στρατωνίου. Μετά την ολοκλήρωση της μεταλλουργίας θα πωλείται τμήμα του συμπυκνώματος χαλκού-χρυσού.
γ) Η Εγκατάσταση Απόθεσης Στερεών Αποβλήτων στον άνω ρου του ρέμματος Κοκκινόλακκα θα δέχεται τα απόβλητα από τις εγκαταστάσεις Μαντέμ Λάκκου (Εργοστάσιο Εμπλουτισμού, Εργοστάσιο Μεταλλουργίας) και από τα Μεταλλεία των Μαύρων Πετρών και Ολυμπιάδας.
Δ. -Υποέργο Μεταλλουργίας Μαντέμ Λάκκου: Το Εργοστάσιο Μεταλλουργίας θα τρο­φοδοτείται με συμπυκνώματα από τα Μεταλλεία Ολυμπιάδας και Σκουριών και θα πα­ράγει καθαρό χρυσό, χαλκό και άργυρο, τα οποία θα διοχετεύονται στην αγορά. Ε.- Νέες εγκαταστάσεις λιμένα Στρατωνίου: Το νέο λιμενικό έργο θα είναι αποδέκτης τμήματος των συμπυκνωμάτων από τα Εργοστάσια Εμπλουτισμού Μαντέμ Λάκκου και Σκουριών για να διοχετεύονται στην αγορά. Μέχρι την ολοκλήρωση του Εργοστασίου Μεταλλουργίας Μαντέμ Λάκκου, το νέο λιμενικό έργο θα είναι αποδέκτης του συνόλου της παραγωγής συμπυκνωμάτων.
ΙΙ
Ήδη οι αιτούντες, οι οποίοι κατοικούν, έχουν ιδιοκτησίες ή/και δραστηριοποιούνται επαγγελματικά -κυρίως σε τουριστικές ή αγροτικές επιχειρήσεις- πλησίον των χώρων όπου πρόκειται να ασκηθούν οι εγκριθείσες βιομηχανικές/μεταλλευτικές δραστηριότητες, προσφεύγουν νομότυπα, εμπρόθεσμα και με προφανές έννομο συμφέρον ενώπιον του Δικαστηρίου Σας και ζητούν την ακύρωση της κοινής απόφασης 201745/26.7.2011 των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας & Κλιματικής Αλλαγής, Α­νάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας & Ναυτιλίας, Υγείας & Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Αγροτι­κής Ανάπτυξης & Τροφίμων και Πολιτισμού & Τουρισμού, και κάθε συναφούς διοικητι­κή πράξης ή παράλειψης, διότι από την εφαρμογή τους απειλείται εκτεταμένη ανάλω­ση φυσικού κεφαλαίου, συνεπαγόμενη περαιτέρω επιδείνωση του -ήδη βεβαρημένου από τις υφιστάμενες μεταλλευτικές δραστηριότητες- φυσικού, πολιτιστικού και ενγένει ανθρωπογενούς περιβάλλοντος και μάλιστα μη αναστρέψιμη, όπως εξηγείται κατωτέ­ρω (υπό III). Ειδικότερα επικαλούνται τους ακόλουθους νόμιμους και βάσιμους λόγους ακυρώσεως:
ΙΙΙ
Α. Παραβίαση της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης
1. Η προστασία του περιβάλλοντος και η αρχή της αειφορίας κατοχυρώνονται στο άρθρο 24 παρ. 1 Συντ. και τις Συνθήκες για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωπαϊ­κή Κοινότητα, όπως ισχύουν μετά την τροποποίηση τους με τη Συνθήκη του Άμστερ­νταμ που κυρώθηκε με τον ν. 2691/1999. Ειδικότερα, η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση θέτει ως στόχο της Ένωσης την επίτευξη ισόρροπης και αειφορου ανάπτυξης (έβδομη παράγραφος του προοιμίου και άρθρο 2), ενώ η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα ορίζει ως αποστολή της Κοινότητας την προαγωγή αρμονικής, ισόρροπης και αειφορου ανάπτυξης των οικονομικών δραστηριοτήτων, και προβλέπει ότι η πολιτική της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος πρέπει να στηρίζεται, μεταξύ άλ­λων, στην αρχή της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης (άρθρα 2 και 174 παρ. 2).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 24 παρ. 1 και των άρθρων 106 παρ. 1 & 22 παρ. 1 Συντ., απορρέει η αρχή ότι η αναπτυξιακή οικονομική και εργασιακή πολιτική πρέπει να ασκείται σε συνδυασμό με τη δημόσια πολιτική προστασίας του περιβάλλοντος (ΣτΕ 293/2009, 2062/2004). Κατά την άσκηση της σχε­τικής αρμοδιότητας τους τα όργανα της Διοίκησης οφείλουν, ειδικότερα, να σταθμίζουν παράγοντες αναγόμενους στο γενικότερο εθνικό και δημόσιο συμφέρον (αξιοποίηση εθνικού πλούτου, ενίσχυση περιφερειακής ανάπτυξης, εξασφάλιση εργασίας κ.ά.), με προέχουσα, πάντοτε, τη μέριμνα για την πρόληψη της βλάβης του περιβάλλοντος, ώστε η σχεδιαζόμενη ανάπτυξη να καθίσταται βιώσιμη. Κατά τη στάθμιση αυτή η Πολιτεία, σε συμμόρφωση με τις αρχές της πρόληψης και της προφύλαξης, «πρέπει να λαμβάνει προεχόντως υπόψη την τυχόν ύπαρξη ιδιαίτερου κινδύνου για το φυσικό περιβάλλον από την κατασκευή και τη λειτουργία σχεδιαζόμενου έργου ή την ανάπτυξη ορισμένης δραστηριότητας και να μην παρέχει σχετική έγκριση αν διαπιστώνει αιτιολογημένα ότι ο κίνδυνος αυτός, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο επαπειλούμενος από ενδεχόμενη πλημμελή λειτουργία του έργου, υπερακοντίζει προδήλως τα προσδοκώμενα οφέλη από τη λειτουργία του».
Τέλος, προκειμένου η στάθμιση να γίνεται «κατά τρόπο ανταποκρινόμενο στην ανάγκη προστασίας των εκατέρωθεν διακυβευόμενων εννόμων αγαθών, πρέπει στη ΜΠΕ να εκτίθενται και να συνεκτιμώνται, κατά τρόπο επαρκή, αφενός ο τρόπος και η μέθοδος κατασκευής και λειτουργίας της συγκεκριμένης εγκατάστασης, αφετέρου ο ει­δικότερος χαρακτήρας του δημοσίου συμφέροντος που αναμένεται ότι θα εξυπηρετηθεί από τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, δεδομένου ότι η κατά τα ανωτέρω επιβαλλό­μενη στάθμιση συναρτάται κάθε φορά με το είδος και την έκταση της επαπειλούμε­νης βλάβης και την φύση της εξυπηρετούμενης με την εκτέλεση του έργου ανάγκης» (ΣτΕ 293/2009, 2170/2006).
Έχει κριθεί ειδικά ότι κατά την άσκηση του ακυρωτικού ελέγχου (στον οποίο υπάγεται και η πλάνη περί τα πράγματα) επί διοικητικών πράξεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της εκ των προτέρων εκτίμησης των αναμενόμενων περιβαλλοντικών συ­νεπειών από σχεδιαζόμενο έργο, ο ακυρωτικός δικαστής εξετάζει αν το περιεχόμενο της ΜΠΕ και τυχόν άλλων κρίσιμων εγγράφων του φακέλου παρείχε στα αρμόδια όργανα της Διοίκησης την αναγκαία και πρόσφορη πληροφόρηση, ώστε να διακριβώσουν και να αξιολογήσουν πράγματι τους κινδύνους και τις συνέπειες της δραστηριότητας και να εκτιμήσουν: α) αν η πραγματοποίηση του σχεδίου είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις της οικείας νομοθεσίας και τις προαναφερθείσες συνταγματικές και κοινοτικές επιταγές, και, βέβαια, β) αν το προσδοκώμενο όφελος τελεί σε σχέση αναλογίας (άρθρο 25 παρ. 1 Συντ.) με την τυχόν επαπειλούμενη βλάβη του φυσικού περιβάλλοντος (ΣτΕ 293/2009, 2059, 1990/2007, 613/2002, 3478/2000 Ολ.}.
2. Στην επίδικη υπόθεση, όπως προκύπτει από την εκπονηθείσα ΜΠΕ, η ανά­πτυξη και η λειτουργία του επιδίκου επενδυτικού σχεδίου επάγεται αυξημένους περι­βαλλοντικούς κινδύνους και δυσμενέστατες επιπτώσεις, μεγάλης κλίμακας, και μάλιστα μη αναστρέψιμες, στα περισσότερα από τα κρίσιμα στοιχεία του φυσικού και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος. Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ δίδεται «πράσινο φως» για την αποψίλωση εκτεταμένων επιφανειών αρχέγονων δασών και δασικών εκτάσεων, την απώλεια και την ποιοτική υποβάθμιση υδάτων, την ανάλωση μη ανανε­ώσιμου φυσικού κεφαλαίου, την υποβάθμιση στοιχείων της βιοποικιλότητας, την εκ­πομπή ρύπων (θορύβου και σκόνης), την απόθεση στείρων, την αλλοίωση του τοπίου, της μορφολογίας και της αισθητικής της περιοχής, καθώς και για τη δραστική υποβάθμιση σημαντικών στοιχείων της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Οι ανωτέρω επεμβάσεις θα επιδεινώσουν ακόμη περισσότερο το ήδη βεβαρημένο περιβάλλον της περιοχής, το οποίο χρήζει άμεσης και δραστικής αποκατάστασης, εξαιτίας της επί μακρόν έντονης άσκησης μεταλλευτικής δραστηριότητας (ΕΑ ΣτΕ 589/1999).
Στον αντίποδα, τα προσδοκώμενα οφέλη για την εθνική οικονομία και την κοι­νωνία, όπως προκύπτουν από τη ΜΠΕ και το Παράρτημα IX αυτής, εξαντλούνται στην ενίσχυση της απασχόλησης, τη βελτίωση των εισοδημάτων, την είσπραξη φόρων και την εισαγωγή συναλλάγματος. (Τα δύο τελευταία σχετίζονται κυρίως με την αποδοτικό­τητα της ιδιωτικής επένδυσης πρωτίστως για τον ίδιο τον επενδυτή και δευτερευόντως για το δημόσιο συμφέρον).
Υπό αυτά τα δεδομένα, τα οφέλη για την εθνική μας οικονομία τελούν σε προ­φανή δυσαναλογία προς την απειλούμενη από την υλοποίηση του επίδικου, σύνθετου και πολυεπίπεδου, επενδυτικού έργου περιβαλλοντική βλάβη, αν μάλιστα συνεκτιμηθεί ότι:
α) Η εταιρεία δεν έχει αναλάβει οιαδήποτε ρητή δέσμευση με την κυρωθείσα Σύμβαση για την απασχόληση επιτόπιου προσωπικού, όπως αντίθετα είχε συμβεί με τη Σύμβαση της «TVX HELLAS ΑΕ» (άρθρο 11). Απλώς, με τον ΠΟ δΐ.37 της ΑΕΠΟ ο κύριος του έργου καλείται «να υιοθετήσει πολιτική κάλυψης των θέσεων εργασίας με προτεραιότητα προτίμησης από τον τοπικό πληθυσμό, σε ποσοστό 90% περίπου από το Δήμο Αριστοτέλη, εφόσον υπάρχουν σχετικά αιτήματα».
β) Η προστασία και η αποκατάσταση του περιβάλλοντος από τις σοβαρότατες ζημιές που προκάλεσαν σε αυτό οι προηγούμενοι δικαιούχοι των Μεταλλείων, άν και θα έπρε­πε να αποτελεί, προϋπόθεση για την έγκριση των νέων επεμβάσεων, παραμένει έωλη και αβέβαιη, καθώς στην ΑΕΠΟ δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη και επομένως, υπόχρεο προς τούτο παραμένει μόνο το Ελληνικό Δημόσιο. Υπενθυμίζεται ότι με ειδικούς συμ­βατικούς όρους (βλ. παραπάνω, υπό 1.3), έχουν απαλλαγεί της σχετικής ευθύνης και υποχρέωσης τόσο η δικαιοπάροχος «TVX HELLAS ΑΕ», όσο και η νυν δικαιούχος «ΕΛ­ΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ ΑΕ», αντίστοιχα. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι η «απομάκρυνση, κα­θαρισμός και αποκατάσταση του χώρου απόθεσης των παλαιών τελμάτων Ολυμπιάδας δεν συνιστά έργο αποκατάστασης, υπό την ως άνω έννοια, αλλ’ αποτελεί κατ’ ουσίαν οικονομικά βιώσιμο αυτοτελές έργο επεξεργασίας μεταλλεύματος» (βλ. παρακάτω υπό 111 IB.2).
γ) Με την επίμαχη επένδυση επιδιώκεται εκτεταμένη, εντατική και πολυεπίπεδη εκμε­τάλλευση σημαντικών εθνικών φυσικών πόρων που υπερβαίνει τη φέρουσα ικανότητα της περιοχής, κατά παραβίαση της αρχής της βιώσιμης μεταλλείας. Τούτο θα έχει ως αποτέλεσμα να εξαντληθούν τα υφιστάμενα αποθέματα και να εκμηδενισθούν τα πε­ριθώρια ισόρροπης ανάπτυξης με άλλες παραδοσιακές δραστηριότητες που ασκούνται στην περιοχή, όπως ιδίως ο τουρισμός, η γεωργία, η μεταποίηση.
3. Συναφώς, πρέπει να τονισθεί ότι ούτε η καταβολή εφ’ άπαξ τιμήματος, ύψους 11.000.000,00€, για την πλήρη μεταβίβαση της κυριότητας των Μεταλλείων Κασσάνδρας και του συνόλου των μεταλλευτικών δικαιωμάτων επ’ αυτών, συνιστά επαρκή δικαιολογητικό λόγο για την έγκριση μιας τόσο εκτενούς και σοβαρής επέμβασης που προοιωνίζεται την οικολογική καταστροφή της περιοχής. Πολύ περισσότερο που η σχε­τική μεταβίβαση, όπως προεκτέθηκε (υπό 1.3) συντελέσθηκε -κατά παραβίαση της αρ­χής της διαφάνειας- χωρίς να προηγηθεί οιαδήποτε διαδικασία διαγωνισμού ή -έστω-ανεξάρτητη εκτίμηση της αγοραίας αξίας των περιουσιακών στοιχείων πριν από την πώληση τους, από την οποία θα μπορούσε να εξακριβωθεί κατ’ ελάχιστον η αγοραία αξία των Μεταλλείων και το οικονομικό όφελος που τυχόν αποκόμισε το Ελληνικό Δη­μόσιο από τη συμφωνία. Διότι, μπορεί το ποσόν των 11.000.000,00€ να ήταν ικανο­ποιητικό για τον προηγηθέντα συμψηφισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων της TVX HELLAS ΑΕ και του Ελληνικού Δημοσίου, επ’ ουδενί όμως μπορεί να θεωρηθεί επαρκές αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση σε τρίτο (επενδυτή) του συνόλου των δικαιωμάτων κυ­ριότητας επί της γης, των εγκαταστάσεων, των κτισμάτων, των αποθεμάτων και των μεταλλευτικών δικαιωμάτων των Μεταλλείων Κασσάνδρας. Συνεπώς, ούτε το καταβληθέν ως άνω τίμημα μεταβίβασης του σημαντικού αυτού δημόσιου περιουσιακού στοιχείου, με μοναδική δέσμευση της αγοράστριας εταιρείας ότι θα υποβάλει «πλήρες και άρτιο» επενδυτικό σχέδιο -που θα διαμορφωθεί κατά την ελεύθερη βούληση και τα επιχειρη­ματικά συμφέροντα της, αφού δεν καθορίζονται συγκεκριμένα αναπτυξιακά ή άλλα κριτήρια-, μπορεί να θεωρηθεί επαρκές οικονομικό αντιστάθμισμα υπέρ του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο υπερτερεί μάλιστα της ανάγκης προστασίας και διατήρησης του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, αλλά και της υποχρέωσης για συνετή και βιώσιμη διαχείριση του φυσικού (ορυκτού) πλούτου της χώρας.
Προς επίρρωση των ανωτέρω αξίζει να σημειώσουμε ότι, πριν ακόμα εκδοθεί η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ, είχε κριθεί με την απόφαση της 23.2.2011 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (υπόθεση C-48/2008) και είχε γνωστοποιηθεί στο Ελληνικό Δημόσιο πως η επίμαχη πώληση πραγματοποιήθηκε με τίμημα χαμηλότερο της αγοραίας αξίας και, ως εκ τούτου, συνιστά ανεπίτρεπτη κρατική ενίσχυση υπέρ της εταιρείας, κατά την έννοια του άρθρου 107 παρ. 1 της ΣΛΕΕ. Η εν λόγω ενίσχυση υπολογίσθηκε μάλιστα κατ’ ελάχι­στον στο ποσόν των 14.000.000,00 € (εκτίμηση αγοραίας αξίας), στο οποίο προστίθεται ποσόν 1.340.000,00 € που συνιστά τον φόρο μεταβίβασης από τον οποίο απηλλάγη α­δικαιολογήτως η εταιρεία, ήτοι συνολικά 15.340.000,00 €. Κατά την ίδια απόφαση, το ποσό αυτό όφειλε η εταιρεία να επιστρέψει εντόκως εντός τετραμήνου από την κοινο­ποίηση της απόφασης της Επιτροπής (δηλαδή σε χρόνο που είχε εξαντληθεί πριν από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης), ως ένδειξη μιας πιο εύλογης και δίκαιης σχέσης παροχής – αντιπαροχής, ωστόσο μέχρι σήμερα δεν φαίνεται να έχει επιστρα­φεί.
Με αυτά τα δεδομένα, τα οφέλη για την αναπτυξιακή οικονομική και κοινωνική πολιτική της Χώρας από την υλοποίηση του επίμαχου επενδυτικού σχεδίου υπολείπο­νται ουσιωδώς των αναμενόμενων σημαντικών δυσμενών και μη αναστρέψιμων επι­πτώσεων για το φυσικό και το ανθρωπογενές περιβάλλον. Συνεπώς, το επίδικο έργο αντίκειται στην αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης και η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ είναι ακυρωτέα προεχόντως γι’ αυτό το λόγο.
Β. Παραβίαση κοινοτικών και εθνικών διατάξεων για την Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση
1. Η Οδηγία 2001/42/ΕΚ για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις ορισμένων σχεδί­ων και προγραμμάτων»-αποβλέποντας στην ενσωμάτωση του περιβαλλοντικού προβληματισμού στον ίδιο το σχεδιασμό της δημόσιας πολιτικής-προβλέπει περιβαλλοντική εκτίμηση ήδη στο υψηλότερο επίπεδο του «σχεδιασμού ή προγραμματισμού». Σε στάδιο, δηλαδή, προγενέστερο της αδειοδότησης συγκεκριμένων έργων κατά την έν­νοια της Οδηγίας 85/337/ΕΟΚ. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο άρθρο 1 της Οδη­γίας 2001/42/ΕΚ, με τις ρυθμίσεις της επιδιώκεται «υψηλού επιπέδου προστασία του περιβάλλοντος και ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών ζητημάτων στην προετοιμασία και θέσπιση σχεδίων και προγραμμάτων με σκοπό την προώθηση βιώσιμης ανάπτυ­ξης». Εξασφαλίζεται με τον τρόπο αυτό η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων όχι μόνο στη φάση πραγματοποίησης των έργων αλλά και πιο πριν, όταν καταστρώνε­ται το μείζον πρόγραμμα που περιλαμβάνει την εκτέλεση τους.
Η ανωτέρω Οδηγία ενσωματώθηκε ήδη στην εθνική μας έννομη τάξη με την κοινή απόφαση ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006 των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης & Αποκέντρωσης, Οικονομίας & Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωρο­ταξίας & Δημοσίων Έργων (ΦΕΚ Β 1225). Στο άρθρο 3 της απόφασης ορίζεται ότι στο ρυθμιστικό περιεχόμενο της υπάγονται σχέδια και προγράμματα που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, εκπονούνται ή εγκρίνονται από δημόσια αρχή, αφορούν συγκεκριμένους τομείς, όπως η βιομηχανία, η διαχείριση αποβλήτων, η διαχείριση υδάτινων πόρων κ.ά., και καθορίζουν το πλαίσιο για μελλοντικές άδειες έργων και δραστηριοτήτων της Α’ Κατηγορίας της ΚΥΑ 15393/2332/2002 (ΦΕΚ Β, 1022). Και μπορεί στο Παράρτημα Ι της ανωτέρω ΚΥΑ να ορίζονται ειδικώς τα σχέδια για τα οποία απαιτείται οπωσδήποτε η εκπόνηση Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης (ΣΠΕ), όμως ο κατάλογος αυτός, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 παρ. α’, δεν είναι δε­σμευτικός, καθόσον μπορεί να συμπληρώνεται με εισήγηση της ΕΥΠΕ/ΥΠΕΧΩΔΕ, όταν περιέρχονται σε γνώση της άλλα σχέδια και προγράμματα που εμπίπτουν στις διατάξεις της ανωτέρω ΚΥΑ.
Το επίδικο σχέδιο, από την ίδια την προσβαλλόμενη πράξη, η οποία εκδόθηκε με μέριμνα της ΕΥΠΕ/ΥΠΕΚΑ, χαρακτηρίζεται ως «εκτεταμένο σχέδιο επένδυσης για την πλήρη ανάπτυξη των Μεταλλείων Κασσάνδρας». Χωροθετείται σε περιοχή επιφα­νείας 254.000 στρεμμάτων (και ορθότερα 317.000 στρεμμάτων, όσο δηλαδή είναι το σύνολο της μεταλλευτικής παραχώρησης κατά τη Σύμβαση) της διοικητικής περιφέ­ρειας του Δήμου Αριστοτέλη και αποτελεί σύνθετη βιομηχανική/ μεταλλευτική παραγωγική δραστηριότητα (εξόρυξη – εμπλουτισμός – μεταλλουργία), εκτεταμένης κλίμα­κας, με στόχο την «παραγωγή συμπυκνωμάτων μολύβδου (γαληνίτη), ψευδάργυρου (σφαλερίτη), πυριτών και χαλκού/χρυσού, ταυτόχρονα με την παραγωγή μεταλλικού χρυσού, χαλκού και αργύρου, μέσα από καθετοποιημένη διαδικασία εξαγωγής των μετάλλων».
Όπως περιγράφηκε ήδη (υπό 1.6), η υλοποίηση του υπαγορεύει την κατασκευή και λειτουργία σειράς έργων, των οποίων η αδειοδοτηση εντάσσεται στην Α’ Κατηγορία έργων της ΚΥΑ 15393/2332/2002 (ΦΕΚ Β, 1022) και, ειδικότερα, στον Πίνακα 9, ομάδα 9η – Βιομηχανικές Εγκαταστάσεις – Παραγωγή βασικών μετάλλων {α/α 176) του Παραρτήματος Ι, καθώς επίσης και στις περιπτώσεις 2 (Παραγωγή και μεταποίηση μετάλλων) και 4.2.β (Παραγωγή θειικού οξέος) του Παραρτήματος II, στο οποίο «περιλαμβάνονται έργα και δραστηριότητες της Α’ Κατηγορίας για τα οποία απαιτείται ολοκληρωμένη πρόληψη και συνολική εκτίμηση των επιπτώσεων τους στον αέρα, τα νερά, το έδαφος, ώστε να επιτυγχάνεται υψηλό επίπεδο προστασίας στο σύνολο του».
Ενδεικτικά, το εγκριθέν επενδυτικό πρόγραμμα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων: υπόγεια και επιφανειακά ορυχεία, σήραγγες και στοές, εγκαταστάσεις εμπλουτισμού, εγκαταστάσεις απόθεσης εξορυκτικών αποβλήτων, εργοστάσιο παραγωγής, δεξαμενές αποθήκευσης και αγωγό μεταφοράς θειικού οξέος, μονάδες μεταλλουργίας για πλήρη καθετοποίηση της παραγωγής (με πρωτότυπες, υπό δοκιμή ακόμη, μεθόδους κατεργα­σίας μεταλλευμάτων), εγκαταστάσεις απόθεσης στερεών αποβλήτων, λιμενικές εγκα­ταστάσεις για τη μεταφορά των παραγόμενων προϊόντων, έργα διευθέτησης υδατορεμάτων, έργα άντλησης υπογείων υδάτων, συνοδό έργα οδοποιίας κ.λπ.
Τα ανωτέρω έργα, υποσύνολα του «ενιαίου και αδιαίρετου» επενδυτικού σχε­δίου, επάγονται αθροιστικά ουσιωδώς βαρύτερες και δυσμενέστερες περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε σχέση με τις, κατά τα συνήθη, εκτιμώμενες για κάθε ένα από αυτά. Η αλληλεπίδραση τους πολλαπλασιάζει δηλαδή τον περιβαλλοντικό κίνδυνο, και ως εκ τού­του, η επιστημονική εκτίμηση της σωρευτικής τους επίδρασης, μέσω της εκπόνησης ΣΠΕ, πριν αρχίσει η υλοποίηση τους, παρίσταται αναγκαία και επιβεβλημένη.
Η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ που εκδόθηκε χωρίς να τηρηθεί προηγουμένως η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 περ. α’ και 6 της ΚΥΑ ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006 (ΦΕΚ Β, 1225) διαδικασία ΣΠΕ για την έγκριση του όλου ε­πενδυτικού σχεδίου είναι, συνεπώς, ακυρωτέα.
2. Ακόμη όμως και αν ήθελε θεωρηθεί ότι το επίδικο επενδυτικό πρόγραμμα δεν υπάγεται στη διαδικασία του άρθρου 6, διότι δεν περιλαμβάνεται ρητώς στον πίνα­κα των σχεδίων και προγραμμάτων του Παραρτήματος Ι, πάντως έπρεπε οπωσδήποτε να είχε υποβληθεί στη διαδικασία του περιβαλλοντικού προελέγχου, όπως καταστρώ­νεται στο άρθρο 5 της ανωτέρω ΚΥΑ, για τους εξής σημαντικούς λόγους: Α.- Διότι πρόκειται για σχέδιο που εφαρμόζεται εν μέρει στην περιοχή του «Όρους Στρατωνικό – Κορυφή Σκαμνί», η οποία έχει ενταχθεί ως Τόπος Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ – GR 1270005) στο Δίκτυο οικοτόπων της Οδηγίας 92/43ΕΚ Natura 2000 (άρθρο 3 παρ. 1 περ. β’ της ΚΥΑ).
β.- Διότι το σύνολο του επενδυτικού σχεδίου επηρεάζει αρκετούς παρακείμενους ΤΚΣ και Ζώνες Ειδικής Προστασίας (παρακάτω, υπό ΙΙΙ.Δ.α.1), σύμφωνα δε με το άρθρο 3 παρ. 2 περ. β’ της Οδηγίας 2001/42/ΕΚ, σε διαδικασία περιβαλλοντικού προελέγχου υποβάλλονται όλα ανεξαιρέτως τα έργα που ενδέχεται να έχουν συνέπειες σε προστατευόμενες περιοχές του Δικτύου Natura 2000 (και όχι μόνο όσα χωροθετούνται μέσα σε τέτοιες περιοχές).
γ.- Διότι, σε κάθε περίπτωση, το επίδικο επενδυτικό σχέδιο εντάσσεται στην τέταρτη περίπτωση του Παραρτήματος II της ΚΥΑ (ΦΕΚ Β, 1225), ήτοι πρόκειται για σχέδιο που «καθορίζει το πλαίσιο για μελλοντικές άδειες έργων και δραστηριοτήτων της 1ης και της 2ης Υποκατηγορίας των Πινάκων 1-10 του Παραρτήματος 1 της ΚΥΑ 15393/2332/2002 (ΦΕΚ Β, 1022)» (βλ. άρθρο 3 παρ. 2).
Η προσβαλλόμενη πράξη είναι, επομένως, ακυρωτέα διότι -εν πάση περιπτώ­σει-δεν τηρήθηκε η διαδικασία του περιβαλλοντικού προελέγχου που προβλέπεται από το άρθρο 5 της ΚΥΑ ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/2006 (ΦΕΚ Β, 1225).
Γ. Παραβίαση των κατευθύνσεων του χωροταξικού σχεδιασμού
Με την προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ παραβιάζονται οι γενικές κατευθύνσεις αλλά και οι ειδικότερες ρυθμίσεις που έχουν θεσπισθεί για το χωροταξικό σχεδιασμό της περιο­χής. Συγκεκριμένα:
α) Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης
1. Ήδη από το προοίμιο του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αει-φόρου Ανάπτυξης (ΦΕΚ Α, 128/2008) «η χωρική διάσταση της εξορυκτικής και μεταλ­λευτικής δραστηριότητας συνδέεται με την ανάγκη αναγνώρισης των ορυκτών πόρων ως ισότιμων προς τους λοιπούς φυσικούς πόρους και με την εξασφάλιση της δυνατότη­τας αξιοποίησης τους, κατά τρόπο συμβατό με την προστασία του περιβάλλοντος και την άσκηση τουριστικών ή άλλων δραστηριοτήτων» (σημείο III.Ε,6).
Με το άρθρο 7.Β- «Βιομηχανία (εξόρυξη – μεταποίηση)» δίδεται, εξάλλου, ειδι­κή κατεύθυνση (που θα εξειδικευθεί από το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τη Βιομηχα­νία) για τη «διατήρηση της εξορυκτικής δραστηριότητας στις υφιστάμενες περιοχές εκμετάλλευσης και τη διασφάλιση της δυνατότητας επέκτασης σε περιοχές, όπου εντοπίζονται νέα κοιτάσματα ή νέα ορυκτά, με τήρηση των όρων προστασίας του περιβάλλο­ντος και των προϋποθέσεων λειτουργίας των γειτονικών δραστηριοτήτων». Με την ί­δια διάταξη επιδιώκεται επίσης η εξασφάλιση της δυνατότητας χωροθετησης μονάδων πρωτογενούς επεξεργασίας ορυκτών πρώτων υλών και μονάδων μεταποίησης για καθε­τοποίηση της παραγωγής στους χώρους εξόρυξης, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται παράλληλα τα αναγκαία μέτρα προστασίας και αποκατάστασης του περιβάλλοντος. Ταυτόχρονα, δίδεται έμφαση: α) στη σχέση της εξορυκτικής δραστηριότητας με άλλες ανταγωνιστικές χρήσεις, με κριτήριο τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και τη σπανιότητα των προς εκμετάλλευση πόρων, ειδικά στις παράκτιες ζώνες και τις περιοχές του δικτύ­ου ΦΥΣΗ 2000, και β) στην εξασφάλιση προϋποθέσεων για τη σταδιακή και οριστική αποκατάσταση των Μεταλλείων.
Περαιτέρω,, με το άρθρο 9.1 προβλέπεται ως γενική κατεύθυνση, ειδικά για τις ορεινές, παράκτιες ή παραμεθόριες περιοχές της χώρας, η ενίσχυση της ανάπτυξης τους με βιώσιμο τρόπο και η «διαφύλαξη της πλούσιας βιοποικιλότητας, των τοπίων…., καθώς και της αρμονίας του ανθρωπογενούς με το φυσικό περιβάλλον που αποτελεί προϋπόθεση ποιότητας ζωής. Προς τούτο, κατά το σχεδιασμό, πρέπει να γίνονται σεβαστές η κλίμακα του χώρου και η δυναμική αναπαραγωγής του φυσικού περιβάλλοντος και να λαμβάνεται υπόψη η φέρουσα ικανότητα των οικοσυστημάτων». Τέλος, στο άρθρο 10 γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην ανάγκη διατήρησης, προστασίας και ανάδειξης της εθνικής φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, στη διατήρηση και ανάδειξη της ποικιλομορφίας της υπαίθρου, καθώς και στη βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων. Στις ειδικότερες κατευθύνσεις για τη βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων εντάσσεται η ανάγκη λήψης μέτρων που συμβάλλουν στη δραστική μείωση του ρυπαντικού φορτίου από αστικά, βιομηχανικά και αγροτικά απόβλητα σε όλους τους υδατικούς υποδοχείς, κατά προτεραιότητα στις ευαίσθητες περιβαλλοντικά περιοχές, καθώς και η αποτελεσματική αντιμετώπιση της ρύπανσης των εδαφών από τη βιομηχανία και η μείωση των βιομηχανικών ρύπων που συμβάλλουν στη διόγκωση του φαινομένου του βιομηχανικών ρύπων που συμβάλλουν στη διόγκωση του φαινομένου του θερμοκηπί­ου.
Από τις προεκτεθείσες διατάξεις είναι σαφής η βούληση του νομοθέτη για αρ­μονική και ισόρροπη ανάπτυξη, η οποία θα εξασφαλίζει τη συνύπαρξη της εξορυκτικής δραστηριότητας με άλλες ανταγωνιστικές δραστηριότητες που μπορεί επίσης να ενδια­φέρουν την εθνική οικονομία, όπως ο τουρισμός. Βασική παράμετρος της συνύπαρξης είναι βέβαια η προστασία, διατήρηση και αποκατάσταση του περιβάλλοντος, η φέρουσα ικανότητα των οικοσυστημάτων και η βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων, οι οποίοι δεν είναι ανεξάντλητοι (νερά, έδαφος, ατμόσφαιρα, δάση κ.ά.).
β) Ειδικά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τη βιομηχανία και τον τουρισμό
Ανάλογες προς τις ως άνω γενικές κατευθύνσεις απαντώνται και στα επακολου­θήσαν τα Ειδικά Χωροταξικά Σχέδια. Συγκεκριμένα:
Το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τη βιο­μηχανία (ΦΕΚ ΑΑΠ, 151/2009) στις διατάξεις του που αφορούν τις κατευθύνσεις για το Νομό Χαλκιδικής, αναφέρεται ιδιαίτερα στις ορυκτές πρώτες ύλες και εκτιμά ότι «μια προσπάθεια να υπάρξει καθετοποίηση εξόρυξης-μεταποίησης θα ήταν κατ’ αρχήν εύλογη, αλλά πρέπει να συνεκτιμηθούν οι πιθανές επιπτώσεις στη χωρική οργάνωση (η εξόρυξη καταλαμβάνει ούτως ή άλλως σημαντικές εκτάσεις) και στον τουρισμό». Στο πλαίσιο αυτό θεωρείται «αναγκαίος ο λεπτομερής σχεδιασμός στο Νομό (Χαλκιδικής) για τη ρύθμιση σχέσεων μεταξύ των διαφορετικών αυτών και μη εύκολα συμβατών δραστηριοτήτων», δεδομένου ότι πρόκειται για μία «δυναμική τουριστική ενότητα με ι­διαίτερα εκτεταμένες παράκτιες ζώνες αλλά και με εσωτερικές περιοχές τουριστικού ενδιαφέροντος, γεγονός που επιβάλλει την προστασία των φυσικών πόρων. Συγχρόνως όμως θα πρέπει να εξασφαλίζονται οι όροι για την ομαλή λειτουργία της εκμετάλλευσης ορυκτών πόρων (της επέκτασης των απαραίτητων χώρων εξόρυξης συμπεριλαμβανομέ­νης) και της συνδεδεμένης με αυτήν βιομηχανικής δραστηριότητας…».
Το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον τουρισμό (ΦΕΚ Β, 1138/2009) που, ως νεώτερο, υπερισχύει σύμφωνα με το άρθρο 12 τυχόν προηγούμενων -λιγότερο αυστηρών- ρυθμίσεων επιλύει με ειδική διάταξη τις συγκρούσεις ανάμεσα στον τουρισμό και στις άλλες χρήσεις. Συγκεκριμένα, με την παρά­γραφο 2.Β του άρθρου 8 ρυθμίζεται ειδικά η σχέση «Τουρισμός – Εξόρυξη» και προβλέπεται ότι «η άσκηση εξορυκτικών δραστηριοτήτων, η πρωτογενής επεξεργασία των ο­ρυκτών πρώτων υλών στους χώρους εξόρυξης και η εξασφάλιση των αναγκαίων θαλάσσιων διεξόδων για τη διακίνηση των προϊόντων εντός των περιοχών που χαρακτηρίζονται με το παρόν ως περιοχές προτεραιότητας τουρισμού δεν μπορεί, λόγω των ιδιαί­τερων χαρακτηριστικών και της φύσης της δραστηριότητας, να αποκλειστεί. Η επέκταση της δραστηριότητας στις περιοχές αυτές και σε τμήματα που εντοπίζονται νέα κοιτάσμα­τα, είναι δυνατή ύστερα από συνεκτίμηση κοινωνικών, οικονομικών και περιβαλλοντι­κών (εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων εξόρυξης, επεξεργασίας, μεταφοράς, διαχείρισης αποβλήτων, περιορισμού/αντιμετώπισης των οχλήσεων και αποκατάστασης του τοπίου) παραμέτρων».
Από τις ανωτέρω κατευθύνσεις που αντιμετωπίζουν ειδικά τη σχέση τουρισμού και εξόρυξης είναι σαφές ότι πρόκειται για δυο «μη εύκολα συμβατές» δραστηριότητες. Ειδικά στην περίπτωση του Νομού Χαλκιδικής που αφενός διακρίνεται για τις ορυκτές πρώτες ύλες του (μεταλλούχα μεταλλεύματα) αφετέρου αποτελεί δυναμική τουριστική ενότητα προτεραιότητας, πρέπει για την άσκηση εξορυκτικής δραστηριότητας να συνεκτιμώνται οι επιπτώσεις που θα έχει αυτή στη χωρική οργάνωση (δεδομένου μάλιστα ότι καταλαμβάνει κατ’ έκταση σημαντικό χώρο), την κοινωνία, το περιβάλλον και την οικονομία. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με ρητή και κατισχύουσα πρόβλεψη του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον τουρισμό, η ανω­τέρω στάθμιση αφορά «την πρωτογενή επεξεργασία των ορυκτών πρώτων υλών στους χώρους εξόρυξης» που βρίσκονται σε περιοχές τουριστικής προτεραιότητας, όπως η ε­πίδικη, και όχι την καθετοποίηση της εξόρυξης, η οποία συνιστά βιομηχανι­κή/μεταλλευτική παραγωγική δραστηριότητα και συνεπάγεται σαφώς εντονότερη και πολυεπίπεδη επιβάρυνση (βλ. άρθρο 8.2.Β.).
γ) Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέ­ρειας Κεντρικής Μακεδονίας
Στο Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού Κεντρικής Μακεδονίας (ΦΕΚ 8,218/2004) που προηγήθηκε των ανωτέρω, γίνεται εκτενής αναφορά (σημείο 28) και λαμβάνεται ως δεδομένη η συμβατική δέσμευση του Ελληνικού Δημοσίου (ν. 2436/1996) που σημειώθηκε, πριν ακόμη θεσπισθεί ο χωροταξικός σχεδιασμός σε επίπεδο Περιφέρειας, για την αξιοποίηση των μεταλλευτικών κοιτασμάτων της Κασσάν­δρας και τη λειτουργία Μονάδας Μεταλλουργίας Χρυσού (ΣτΕ Ολ. 3397/2010, σκ. 16).
Δεν παραβλέπεται, ωστόσο, ότι «θα δημιουργούνται απόβλητα αρσενικού πολλών χιλιάδων τόνων ετησίως, τα οποία είναι διαχειρίσιμα με τεχνικά μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος», ενώ ειδικά ως προς τη χωροθέτηση της μονάδας χρυσού τονίζεται ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι «η περιοχή αποτελεί φυσικό και κοινωνικό απόθεμα».
Ταυτόχρονα, η Χαλκιδική παρουσιάζεται ως μία περιοχή που «συνδυάζει την ανάπτυξη παραδοσιακών καλλιεργειών προσαρμοσμένων στο κλίμα της…., την ορεινή οικονομία και μία δραστηριότητα γύρω από την εξόρυξη, η οποία ακολουθεί τις διακυ­μάνσεις του κλάδου. Παράλληλα, αποτελεί και περιοχή τουριστικής ανάπτυξης και αστι­κής επέκτασης της Θεσσαλονίκης». Στο ανατολικό τμήμα του Νομού σημαντικό κέντρο αποτελεί ο οικισμός Ιερισσού, ενώ δυναμική ανάπτυξη στον τομέα του τουρισμού πα­ρουσιάζουν οι παραλιακοί οικισμοί Ουρανούπολης, Ολυμπιάδας, Ν. Ρόδων κ.λπ.» (ση­μείο 94).
Είναι εν προκειμένω προφανής ο προβληματισμός του κανονιστικού νομοθέτη για τις συνέπειες από την ανάπτυξη της εξορυκτικής δραστηριότητας και της μεταλλουργίας χρυσού, καθώς και για τη συμβατότητα της προς τις λοιπές δραστηριότητες που ασκούνται παραδοσιακά στο Νομό Χαλκιδικής, πρωτίστως δε τον τουρισμό.
δ) Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο Δήμου Παναγίας Ν. Χαλκιδικής
Σύμφωνα με το Κεφάλαιο Β παρ. 3 περ. α’ του ισχύοντος Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου του Δήμου Παναγίας Ν. Χαλκιδικής (ΦΕΚ ΑΑΠ. 420/2007), η περιοχή ΒΑ του ομώνυμου οικισμού, στην οποία εμπίπτει το τμήμα του επιδίκου έργου που αφορά την εκμετάλλευση των χαλκούχων κοιτασμάτων Σκουριών, ανήκει σε ζώνη η οποία έχει ειδικά χαρακτηρισθεί και οριοθετηθεί ως «Περιοχή Ειδικής Προστασίας Δάσους και Δασι­κών Εκτάσεων». Για την περιοχή αυτή ορίζεται ειδικά ότι «δεν επιτρέπεται η δόμηση αλλά μόνο υποδομές σχετικές με την προστασία του δάσους, τη δασική παραγωγή και την υπαίθρια ψυχαγωγία».
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ είναι ακυρωτέα λόγω παραβίασης ρητής διάταξης του ισχύοντος Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου.
Δ. Παραβίαση κοινοτικών και εθνικών διατάξεων για την προστασία των φυσικών οικοτόπων και της άγριας ζωής
α) Οι Οδηγίες 79/409/ΕΚ και 92/43ΕΟΚ
1. Σύμφωνα με τη ΜΠΕ, η ευρύτερη περιοχή του επιδίκου επενδυτικού προγράμματος βρίσκεται μέσα στα διοικητικά όρια των Δήμων Αρναίας, Παναγίας και Σταγείρων-Ακάνθου που αποτελούν ήδη από κοινού τον «καλλικρατικό» Δήμο Αριστοτέλη
(άρθρο 1 παρ. 2 περ. 49.5 του ν. 3852/2010). Όπως ρητώς αναφέρεται στο κεφάλαιο
3.3.4 της ΜΠΕ, εντός της άμεσης περιοχής της μελέτης βρίσκεται η περιοχή του «Όρους
Στρατωνικό – Κορυφή Σκαμνί», η οποία έχει ενταχθεί στο Δίκτυο οικοτοπων της Οδηγίας 92/43ΕΟΚ Natura 2000 ως Τόπος Κοινοτικής Σημασίας (ΤΚΣ-GR 1270005). Η ζώνη των
έργων στο Στρατώνι βρίσκεται, συγκεκριμένα, στη ΝΑ πλευρά του ΤΚΣ, ενώ η ζώνη των
έργων στην Ολυμπιάδα βρίσκεται στη ΒΔ πλευρά του (βλ. σχετικά το έγγραφο
5054/2010 του Δασαρχείου Αρναίας). Μέσα στην ίδια προστατευόμενη περιοχή απαντώνται επίσης δύο Καταφύγια Άγριας Ζωής (ΚΑΖ): «Κρυονέρι-Καλογερικό» και «Μπροστόμνιτσα Στρατονίκης», ενώ στην άμεση περιοχή του έργου βρίσκονται ακόμη το ΚΑΖ
«Σκουριές-Καστέλι-Κακκαβάς» και ο βιότοπος Corine «Βουνά Αρβανίτης και Παιβούνι-Ιερισσός». Ο βιότοπος Corine «Ανατολική Χαλκιδική» εκτείνεται σε όλη την ευρύτερη περιοχή.
Σε κοντινή απόσταση από την άμεση περιοχή του έργου βρίσκονται, εξάλλου, οι ΤΚΣ «Όρος Χολομώντας» (GR 1270001), «Χερσόνησος Άθως» (GR 1270003), που αποτε­λεί και Μνημείο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, «Στενά Ρεντίνας (GR 1220003), καθώς και οι Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) «Λίμνες Κορώνειας, Βόλβης & Στενά Ρεντίνας Λαγκάδα» (GR 1220009) και «Όρος Χολομώντας» (GR 1270012) που αλληλοκαλύπτεται με τον ομώνυμο ΤΚΣ.
2. Με το άρθρο 4 της Οδηγίας 79/409/ΕΚ «περί διατηρήσεως των αγρίων πτη­νών» θεσπίσθηκε υποχρέωση των κρατών μελών να κατατάσσουν σε Ζώνες Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ) τα πιο κατάλληλα, σε αριθμό και επιφάνεια, εδάφη για τη διατήρηση
των άγριων πτηνών στη γεωγραφική θαλάσσια και χερσαία ζώνη. Επίσης, με το άρθρο 3 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτοπων, της άγριας πανίδας και χλωρίδας», συστάθηκε το Δίκτυο Natura 2000 ως ένα συνεκτικό ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο ειδικών ζωνών φυσικών οικοτοπων και οικοτοπων ορισμένων ειδών για τη διασφάλιση της προστασίας και της διατήρησης τους.
Σύμφωνα, εξάλλου, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ -το οποίο, βά­σει του άρθρου 7, εφαρμόζεται και στην περίπτωση των ΖΕΠ της Οδηγίας 79/409/ΕΚ- τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να αποφεύγεται η υποβάθμιση των φυσικών οικοτοπων και των οικοτοπων ειδών στις Ειδικές Ζώνες Διατήρησης (ΕΖΔ).
Κατά την ειδικότερη διάταξη της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου 6, όπως έχει ερμηνευ­θεί από το ΔΕΚ και το Δικαστήριο Σας (ΣτΕ 293/2009), κάθε σχέδιο μη άμεσα συνδεόμε­νο ή αναγκαίο για τη διαχείριση ενός Τόπου, γίνεται αντικείμενο ειδικής εκτίμησης, ως προς τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια στους σκοπούς της διατήρησης του. Για το λόγο αυτό, πριν από την έγκριση του σχεδίου πρέ­πει να εντοπίζονται όλες οι πτυχές, οι οποίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν την καλή κατάσταση του Τόπου και μόνο αν οι αρμόδιες αρχές διαμορφώσουν, βάσει επιστημο­νικής τεκμηρίωσης, την πεποίθηση ότι αυτό δεν θα έχει επιβλαβείς συνέπειες για την ακεραιότητα του, μπορεί να επιτραπεί η υλοποίηση.
Στην επίδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου και τη ΜΠΕ, η Διοίκηση ενέκρινε την πραγματοποίηση του επιδίκου επενδυτικού προγράμμα­τος βασιζόμενη σε ανεπαρκή επιστημονική εκτίμηση της επίδρασης του στους παρακείμενους οικοτόπους του Δικτύου Natura 2000. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των επιπτώσεων στις ενλόγω περιοχές, η ΜΠΕ αγνόησε τα επιστημονικά στοιχεία που περιείχοντο στην Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (ΕΠΜ) που είχε εκπονηθεί από τη ΝΑ Χαλκιδικής για την άμεσα επηρεαζόμενη περιοχή του Όρους «Χολομώντας», η οποία είχε ήδη προωθηθεί προς έγκριση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 1650/1986, στη Διεύθυνση Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος του ΥΠΕΚΑ. Επίσης, στην αξιολόγηση των συνεπειών του επενδυτικού σχεδίου δεν υπάρχει η αναγκαία και επιβαλλό­μενη σφαιρική εκτίμηση των σωρευτικών, συνεργειακών, βραχυ-μέσο-μακροπρόθεσμων, μόνιμων και προσωρινών επιπτώσεων που ενδέχεται να έχει αυτό, ως σύνολο, στις προστατευόμενες περιοχές του Ευρωπαϊκού Δικτύου Natura 2000 που αναπτύσσονται στην ευρύτερη περιοχή επιρροής του (βλ. σχετικά σ. 18 των παρατηρήσεων της εταιρείας επί της διαβούλευσης – αρ. πρωτ. ΕΥΠΕ 197404/21.3.2011).
3. Και μπορεί με την επόμενη παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου να προβλέπεται δυνατότητα παρέκκλισης από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3, αν το έργο πρέπει οπωσδήποτε να πραγματοποιηθεί για επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος και δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, ωστόσο η ρύθμιση αυτή, ακριβώς λόγω του εξαιρετικού χαρακτήρα της, πρέπει υα ερμηνεύεται στενά. Όπως κρίθηκε ήδη με την απόφαση του ΔΕΚ στην υπόθεση C-304/2005, για την εξέταση των ενδεχόμενων επιτακτικών λόγων σημαντικού δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλουν την υλοποίηση έργου που επιβαρύνει περιοχές του Δικτύου Natura 2000 απαιτείται στάθμιση. Η επιστημονική τεκμηρίωση και ο ακριβής προσδιορισμός των δυσμενών επιπτώσεων, μέσω της ΜΠΕ, συνιστούν στοιχεία αναγκαία για την ορθότητα της στάθμισης αυτής, αλλά και για τον καθορισμό του είδους των αντισταθμιστικών μέτρων που πρέπει να ληφθούν για την άμβλυνση των συνεπειών της χρησιμοποίησης του οικοτόπου και για την εξασφάλιση της προστασίας της συνολικής συνοχής του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δι­κτύου Ειδικών Ζωνών Natura 2000.
Όπως προκύπτει από τη ΜΠΕ του επιδίκου επενδυτικού σχεδίου, οι επιπτώσεις που επάγεται αυτό, λόγω της έκτασης και της φύσης του, για τη βιοποικιλότητα και το φυσικό περιβάλλον ενγένει, εκτιμήθηκαν μόνο «σε συνάρτηση με τις νέες εγκαταστάσεις που θα κατασκευασθούν στην περιοχή» και με βασικό γνώμονα ότι «οι μεταλλευ­τικές δραστηριότητες λαμβάνουν χώρα για αρκετά χρόνια και η υποβάθμιση των προ­στατευόμενων περιοχών έχει ήδη συμβεί…». Με αυτά τα δεδομένα, η ΜΠΕ αφενός στηρίζεται σε νομική πλάνη, διότι, κατά το άρθρο 24 παρ. 1 Συντ., η αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος αποτελεί συνταγματική υποχρέωση και το Κράτος οφείλει «να παίρνει προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας», αφε­τέρου είναι ελλιπής και ανεπαρκής κατά το μέρος που εστιάζεται στην αξιολόγηση των επιπτώσεων των νέων μόνο έργων και δεν εξετάζει τις συνέπειες της αλληλεπίδρασης τους με τα ήδη υφιστάμενα.
4. Όπως ήδη αναφέρθηκε, η υλοποίηση σχεδίου για το οποίο έχουν διατυπωθεί αρνητικά συμπεράσματα στο πλαίσιο της εκτίμησης της παραγράφου 3, εξαρτάται και από την επιστημονική τεκμηρίωση της απουσίας λιγότερο επιβλαβών εναλλακτικών λύσεων. Τέτοια τεκμηρίωση στην κρινόμενη περίπτωση δεν υφίσταται, καθόσον η διερεύνηση της ΜΠΕ εξαντλήθηκε σε δύο απολύτως ανελαστικά «σενάρια»: την πλήρη αποδοχή του επενδυτικού σχεδίου αφενός και τη μηδενική λύση αφετέρου, δηλαδή τη «ματαίωση της επένδυσης» που, εκτός από την μη υλοποίηση των νέων εγκαταστάσεων περιλαμβάνει και την άμεση διακοπή της υφιστάμενης μεταλλευτικής δραστηριότη­τας (βλ. σ. 36 των παρατηρήσεων της εταιρείας επί της διαβούλευσης – αρ. πρωτ. ΕΥΠΕ 197404/21.3.2011).
Η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ είναι, συνεπώς, ακυρωτέα λόγω ευθείας παραβίασης των προαναφερθεισών διατάξεων των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 6 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 της Οδηγίας 79/409/ΕΚ.
β) Ο νόμος 3937/2011 για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας
1. Οι ελλείψεις, ανεπάρκειες και πλημμέλειες των εκτιμήσεων της ΜΠΕ, στις οποίες αναφερθήκαμε προηγουμένως, είναι ανεπίτρεπτες και υπό το φως των διατά­ξεων της εθνικής νομοθεσίας για την προστασία του περιβάλλοντος. Συγκεκριμένα:
Όπως προκύπτει από τον πίνακα του άρθρου 9 παρ. 6 του ν. 3937/2011 οι προστατευόμενες περιοχές του Δικτύου Natura 2000 «Όρος Στρατωνικό – Κορυφή Σκαμνί» (GR 1270005), «Όρος Χολομώντας» (GR 1270001), «Χερσόνησος Άθως» (GR 1270003) και οι «Λίμνες Βόλβη & Λαγκάδα» (GR 1220001) και τα «Στενά Ρεντίνας» (GR 1220003) συνιστούν, ως περιοχές του Παραρτήματος 1 της απόφασης 2006/613/ΕΚ της Επιτρο­πής, ΕΖΔ. Στον ίδιο πίνακα περιλαμβάνονται οι περιοχές «Όρος Χολομώντας» (GR 1270012) και «Λίμνες Κορώνειας, Βόλβης & Στενά Ρεντίνας Λαγκάδα» (GR 1220009) που έχουν ταξινομηθεί ως ΖΕΠ, βάσει του άρθρου 4 της Οδηγίας 2009/147/ΕΚ, και αποτελούν επίσης μέρος του Δικτύου προστατευόμενων περιοχών Natura 2000 (άρθρο 5 παρ. 4.2 του ν. 3937/2011).
Με το άρθρο 9 παρ. 5 του ν. 3937/2011 εισάγεται απόλυτη απαγόρευση ως προς την πραγματοποίηση έργων μέσα σε οικότοπους προτεραιότητας και ενδιαιτήμα­τα ειδών προτεραιότητας, ενώ ειδικά στις ΕΖΔ και τις ΖΕΠ επιτρέπεται η έγκριση σχεδί­ων, των οποίων οι επιπτώσεις έχουν εκτιμηθεί ως πολύ σημαντικές στην αντίστοιχη ΜΠΕ, μόνο αν, στη βάση επαρκούς τεκμηρίωσης, αξιολογηθούν ως επιτακτικού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, δεν υπάρχει εναλλακτική λύση, και έχουν προβλεφθεί ικανά για την περίπτωση αντισταθμιστικά μέτρα, ώστε να διασφαλισθεί η συνολική συνοχή του δικτύου προστατευόμενων περιοχών Natura 2000.
Σύμφωνα με την ΜΠΕ (κεφάλαιο 7.5), στις προστατευόμενες περιοχές που επηρεά­ζονται από το επίδικο επενδυτικό σχέδιο απαντώνται αρκετά σπάνια ή απειλούμενα εί­δη της χλωρίδας, τα οποία περιλαμβάνονται στο Παράρτημα V της Οδηγίας 92/43ΕΟΚ και στο Κόκκινο Βιβλίο των απειλούμενων φυτών της Ελλάδας. Τα είδη αυτά αναφέρο­νται με τις ονομασίες τους στην ανωτέρω Μελέτη, όπου υπάρχει και ειδικότερη ανα­φορά ως προς τη διαβάθμιση του κινδύνου ή της απειλής εξαφάνισης τους. Ομοίως, ως προς την πανίδα, και δη την ορνιθοπανίδα, έχουν καταγραφεί 153 είδη, από τα οποία 52 ανήκουν στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 2009/147ΕΚ, 4 ανήκουν στην κατηγορία SPEC 1 και 20 στην κατηγορίας SPEC 2. Ακόμα, τρία είδη ανήκουν στα κρισίμως κινδυνεύοντα και 8 στα τρωτά, ενώ σε ό,τι αφορά τα θηλαστικά από τα 40 συνολικά είδη 10 περιλαμβάνονται στο Παράρτημα II (αστηρά προστατευόμενα) της Σύμβασης της Βέρνης και 18 στο Παράρτημα II (αυστηρά προστατευόμενα) της Σύμβασης της Βόννης.
Με αυτά τα δεδομένα, το επενδυτικό σχέδιο, όπως εγκρίθηκε, αντίκειται στην προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 9 παρ. 5 του ν. 3937/2011, προεχόντως διότι εκτεί­νεται σε οικότοπους προτεραιότητας και ενδιαιτήματα απειλούμενων ειδών.
2. Ακόμη και να ήθελε θεωρηθεί, παρά τα όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω (υπό ΙΙΙ.Α.2), ότι το επίμαχο έργο εξυπηρετεί επιτακτικό δημόσιο ή κοινωνικό συμφέρον, η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ είναι ακυρωτεα λόγω έλλειψης πρόβλεψης αντισταθμιστικών μέτρων. Ειδικότερα, στον περιβαλλοντικό όρο δ.6. της ΑΕΠΟ, υπό τον τίτλο «εγγυήσεις, διασφαλίσεις, αντισταθμιστικές δράσεις και παρεμβάσεις», ελλείπει κάθε αναφορά σε αντισταθμιστικές δράσεις, αφού το σύνολο της διάταξης εξαντλείται: α.- στην έκδοση εγγυητικής επιστολής αξίας 50.000.000,00 € υπέρ του Ελληνικού Δη­μοσίου προς διασφάλιση διαθεσίμων κεφαλαίων για τις εργασίες αποκατάστασης, χω­ρίς το ύφος του χρηματικού ποσού να τεκμηριώνεται από οποιαδήποτε μελέτη ως προς τα έργα περιβαλλοντικής αποκατάστασης που οπωσδήποτε θα απαιτηθούν και ως προς το εκτιμώμενο κόστος τους,
β.- στη σύναψη ασφαλιστικού συμβολαίου, στο πλαίσιο του π.δ. 148/2009 χωρίς όμως το Ελληνικό Δημόσιο «να υπεισέρχεται στους όρους, περιορισμούς, προϋποθέσεις κ.λ.π.» της σχετικής συμφωνίας.
Η παντελής αυτή έλλειψη πρόβλεψης αντισταθμιστικών μέτρων κάθε μορφής, τα οποία θα μπορούσαν να αμβλύνουν τις επιβλαβείς συνέπειες του έργου για τη βιοποικιλότητα της προστατευόμενης περιοχής, αντίκειται ευθέως στις προαναφερθείσες δια­τάξεις της εθνικής και της κοινοτικής νομοθεσίας. Πολύ περισσότερο μάλιστα που τέ­τοια μέτρα είχαν προταθεί και συμφωνηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης της ΑΕΠΟ, όπως συνάγεται από το έγγραφο 572/24.2.2011 της Ειδικής Γραμματέως Επιθε­ώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Σύμφωνα με το έγγραφο αυτό, η Υπηρεσία είχε «διασφαλίσει δέσμευση από τον εκπρόσωπο της εταιρείας» για τα ακόλουθα:
Απόδοση ετησίως σοβαρού ποσοστού επί των πωλήσεων με βάση τη χρηματι­στηριακή αξία των μεταλλευμάτων, σε ειδικό κωδικό στο Πράσινο Ταμείο, για την υλοποίηση έργων προστασίας του περιβάλλοντος και αειφόρου ανάπτυξης της ευρύτερης περιοχής υπό τη διαχείριση του αρμόδιου φορέα (πράσινο Ταμείο).
Δέσμευση ικανού χρηματικού ποσού για νέα έργα αποκατάστασης των «ιστορι­κών» και άλλων αποθέσεων, αλλά και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των δραστηριοτήτων που θα εξελιχθούν, σε ειδικό κωδικό στο Πράσινο Ταμείο (και όχι απλή εγγυητική επιστολή).
Υλοποίηση αναπτυξιακών έργων και δράσεων στην ευρύτερη περιοχή, με έμ­φαση στην εκπαίδευση και τον επιστημονικό τουρισμό.
Τα ανωτέρω αντισταθμιστικά μέτρα δεν περιλήφθηκαν τελικά στην προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ ούτε αντικαταστάθηκαν από άλλα αντίστοιχα. Ως εκ τούτου, ελλείπει ουσιώδης όρος από την προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ, η οποία καθίσταται εξ αυτού του λόγου ακυρωτέα.
3. Σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 3937/2011, «στις περιοχές του Δικτύου Natura 2000 ισχύουν οι εξής περιορισμοί:
α) απαγορεύεται η εγκατάσταση ιδιαιτέρως οχλουσών και επικινδύνων βιομηχανικών εγκαταστάσεων που εμπίπτουν στις διατάξεις της Οδηγίας 96/82/ΕΚ, β) Απαγορεύεται η εγκατάσταση βιομηχανικών εγκαταστάσεων υψηλής όχλησης, όπως αυτές ορίζονται στο Παράρτημα της ΚΥΑ 13727/724/2003 (ΦΕΚ Β,1087)…».
Όπως προαναφέρθηκε, στην περιοχή επέμβασης συμπεριλαμβάνεται τμήμα του ΤΚΣ «Όρος Στρατωνικό – Κορυφή Σκαμνί» (GR 1270005) του Δικτύου οικοτόπων της Ο­δηγίας 92/43ΕΟΚ. Επίσης, το επίδικο επενδυτικό σχέδιο αποτελεί δραστηριότητα που προϋποθέτει τη χρησιμοποίηση ή παραγωγή επικίνδυνων ουσιών που μπορούν, κατά τους ορισμούς της ευρωπαϊκής (Οδηγία 96/82ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 2ΟΟ3/1Ο5ΕΚ) και της ελληνικής νομοθεσίας (ΚΥΑ 13727/724/2003, ΦΕΚ Β,1087), να προκαλέσουν ατυχήματα μεγάλης έκτασης. Και μπορεί, βέβαια, με το άρθρο 4 περ. ε’ και στ’ της ΚΥΑ 13727/724/2003 (ΦΕΚ Β,1087) να εξαιρείται από το κανονιστικό πλαίσιο της απόφασης αυτής η εκμετάλλευση (ανίχνευση, εξόρυξη και επεξεργασία) ορυκτών σε ορυχεία και οι χώροι υγειονομικής ταφής αποβλήτων, συμπεριλαμβανομένων των λεκανών ή φραγμάτων συγκράτησης υπολειμμάτων επεξεργασίας ορυκτών, ωστόσο, η εξαίρεση αυτή δεν ισχύει και για τις εργασίες χημικής και θερμικής επεξεργασίας που διενεργούνται στο πλαίσιο της βιομηχανικής εκμετάλλευσης των μεταλλευμάτων (μεταλλουργία) που επίσης αδειοδοτήθηκαν περιβαλλοντικά με την προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ.
Σε κάθε περίπτωση, το επίδικο επενδυτικό σχέδιο αφορά σε δραστηριότητα η οποία χαρακτηρίζεται ειδικώς από την ΚΥΑ 13727/724/2003 (ΦΕΚ Β,1087) ως υψηλής όχλησης (βλ. υπό α/α 177 και κωδικό ΕΣΥΕ 274.1α του Παραρτήματος). Επομένως, η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ που επιτρέπει την πραγματοποίηση επενδυτικού έργου υψηλής όχλησης μέσα σε τμήμα προστατευόμενης περιοχής (GR 127005) του Δικτύου Natura 2000, αντιβαίνει στην απόλυτη απαγόρευση που θεσπίζεται με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 περ. β’ του ν. 3937/2011 και είναι για το λόγο αυτό ακυρωτέα.
Ε. Παραβίαση της νομοθεσίας για την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων
1. Με το τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 24 Συντ, ανατίθεται στον κοινό νομοθέτη η θέσπιση των αναγκαίων ρυθμίσεων για την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων. Με το τελευταίο εδάφιο της ίδιας παραγράφου επιβάλλεται ο κανόνας της απαγόρευσης μεταβολής του προορισμού τους και παρέχεται στο νομοθέτη η δυνατότητα να επιτρέπει μόνον κατ’ εξαίρεση την αλλοίωση της μορφής των δασών και των δασικών εκτάσεων για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει πρώτα να εκτιμώνται οι επιπτώσεις της αλλοίωσης στο φυσικό περιβάλλον και η σημασία της διαφύλαξης των εκτάσεων με δασική βλάστηση συγκριτικά με τη σημασία του σκοπού για τον οποίο αυτή επιβάλλεται, και επίσης να διερευνάται αν το έργο θα μπορούσε ενδεχομένως να επιτευχθεί χωρίς τη συγκεκριμένη αλλοίωση. Μόνον αν ο σκοπός δεν μπορεί να εκπληρωθεί με άλλον τρόπο που, έστω και δαπανηρότερος, δεν θα έθιγε την υπάρχουσα στην έκταση δασική βλάστηση μπορεί να θεωρηθεί επιτρεπτή η ενλόγω επέμβαση (βλ. ΣτΕ 293/2009, 3297, 2059, 1990/2007, 2763/2006, 2498/2003 κ.ά.).
Κατά την ανωτέρω συνταγματική επιταγή είναι, συνεπώς, ανεκτή η μεταβολή της μορφής έκτασης με δασική βλάστηση για τη διεξαγωγή μεταλλευτικών εργασιών εξόρυξης και επεξεργασίας βασικών μετάλλων (όπως προβλέπεται άλλωστε από το άρθρο 57 παρ. 2 του ν. 998/1979), αν πρόκειται να ικανοποιηθούν ανάγκες ζωτικής σημα­σίας για την εθνική οικονομία, οι οποίες υπερτερούν της διαφύλαξης του δασικού χα­ρακτήρα της έκτασης.
Όπως συνάγεται από το έγγραφο 5054/3.12.2010 του Δασαρχείου Αρναίας, οι εκτάσεις που θα πραγματοποιηθούν οι “Μεταλλευτικές-Μεταλλουργικές Εγκαταστά­σεις Μεταλλείων Κασσάνδρας” είναι δάση δρυός, οξιάς, πεύκης, καστανιάς, αειφύλλων, πλατύφυλλων. Ειδικότερα:
α.- Στην περιοχή των έργων στις Σκουριές (όπου προβλέπεται επιφανειακή εξόρυξη, υπόγεια εκμετάλλευση, Εργοστάσιο Εμπλουτισμού και κατασκευή δυο φραγμάτων στα ρέματα «Καρατζά Λάκκος» και «Λοτσάνικο» για την απόθεση των αποβλήτων του ανωτέρω Εργοστασίου, συνολικής καταλαμβανόμενης επιφανείας 1.780.000 τ.μ.) οι εκτά­σεις καλύπτονται κυρίως από υψηλά δάση οξιάς, δρυός, καστανιάς, μαύρης πεύκης και από σποραδικά άτομα φλαμουριάς, σορβιάς, πλατάνων, όστριας, ιταμού, αγριοφουντουκιάς, αρκουδοπούρναρου καισφενδάμου.
β.- Στην περιοχή των έργων στο Στρατώνι υπάρχουν εκτεταμένες αναδασώσεις πεύκων (P. Maritima, P. Brutia) οι οποίες έγιναν πριν από 50 χρόνια περίπου σε δάση αειφύλλων πλατύφυλλων,
γ.- Στην περιοχή των έργων στην Ολυμπιάδα απαντώνται δάση δρυός και πλατάνου.
Αναφερόμενο ιδίως στα έργα που πρόκειται να εκτελεσθούν στις Σκουριές, το Δα­σαρχείο Αρναίας, με το ανωτέρω έγγραφο του, επισημαίνει τον κίνδυνο να προκληθούν από τη βίαιη επέμβαση «ανεπανόρθωτες και μη αναστρέψιμες καταστροφές» στο δασικό οικοσύστημα (χλωρίδα, πανίδα, μικροκλίμα, ατμόσφαιρα, υπόγεια και επιφανεια­κά νερά), το οποίο χαρακτηρίζεται «αρχέγονο δάσος». Ειδικότερα, με την επιφανειακή εξόρυξη θα καταστραφεί το υφιστάμενο δάσος και το επιφανειακό έδαφος και οι ορ­γανισμοί του θα αναμειχθούν με γεωλογικά υλικά βαθύτερων στρωμάτων, τα οποία θα έλθουν στην επιφάνεια, γεγονός που δεν θα επιτρέψει την αποκατάσταση του δασικού οικοσυστήματος μετά την παύση της λειτουργίας των εγκαταστάσεων. Το οι­κολογικό περιβάλλον για τα άγρια ζώα που συνιστά σήμερα τη δασοβιοκοινότητα θα μεταβληθεί επίσης ριζικά και θα περιορισθεί δραστικά, ενώ οι εγκαταλελειμμένοι σω­ροί των υπολειμμάτων θα κάνουν το τοπίο αποκρουστικό και αφιλόξενο για τη βιοποικιλότητα. Τέλος, ακριβώς λόγω των εκτεταμένων εκχερσώσεων και αποψιλώσεων, θα αυξηθεί αναπόφευκτα ο συντελεστής επιφανειακής απορροής, με αποτέλεσμα την εμ­φάνιση έντονων πλημμυρικών φαινομένων, θα επιβαρυνθεί σημαντικά η μεταφορά στερεών υλικών στα ρέματα και τους ποταμούς και θα είναι πολύ πιο έντονη η διάβρω­ση του εδάφους.
Τις σαφείς αυτές επιφυλάξεις του Δασαρχείου Αρναίας, ως προς τη σοβαρότητα και την πολλαπλότητα των επαγόμενων συνεπειών από την εκχέρσωση ή αποψίλωση του αρχέγονου δάσους υιοθετεί και η Διεύθυνση Δασών Ν. Χαλικιδικής (έγγραφο 201/10.6.2011), ενώ ως προς το μεταγενέστερο έγγραφο 2109/30.6.2011 της Διεύθυν­σης Αισθητικών Δασών και Θήρας της Γενικής Διεύθυνσης Ανάπτυξης και Προστασίας Δασών του Υπουργείου Π Ε ΚΑ παρατηρείται ότι έχει εκδοθεί από καθ’ ύλην αναρμόδια Κεντρική Υπηρεσία. Αρμόδια εν προκειμένω είναι, σύμφωνα με το άρθρο 5 του π.δ. 46/1991, μόνο η Διεύθυνση Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΥΠΕΚΑ, η οποία όμως δεν ερωτήθηκε.
Από τα ανωτέρω καθίσταται προφανές ότι η σοβαρή, εκτεταμένη και ανεπίστρεπτη αλλοίωση σημαντικότατου δασικού πλούτου της χώρας που θα επέλθει από την πραγματοποίηση του επενδυτικού προγράμματος είναι αναπόφευκτη και οδηγεί σε πλήρη ανατροπή των οικολογικών δεδομένων της περιοχής. Συναφώς, αμφισβητείται βάσιμα τόσο η αναγκαιότητα της πραγματοποίησης του έργου αυτού μέσα στο αρχέγονο δά­σος, και μάλιστα με την έκταση και την ένταση που επιτρέπει η προσβαλλόμενη πράξη, όσο και η εξυπηρετούμενη με αυτό «δημόσια ωφέλεια» (βλ. παραπάνω, υπό ΙΙΙ.Α.2-3). Επιπλέον, δεν τεκμηριώνεται στη ΜΠΕ η αναζήτηση εναλλακτικών κατάλληλων θέσεων για την πραγματοποίηση των επιμέρους έργων σε δασικές εκτάσεις αντί δάσους και, πάντως, δεν προκύπτει ότι εξετάσθηκε η προβλεπόμενη από το άρθρο 5.2 περίπτωση β’ του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τη Βιομηχανία (ΑΑΠ, 151/2009) «δυνατότητα έγκρισης της χωροθέτησης, υπό τον όρο της δάσωσης με δαπάνες του φορέα της μο­νάδας, έκτασης μη δασικού χαρακτήρα χωροθετημένης σε μια ευρύτερη περιοχή νο­μαρχιακής κλίμακας εμβαδού τουλάχιστον ίσου με τη δασική περιοχή στην οποία γί­νεται η επέμβαση».
2. Με το άρθρο 56 παρ. 3 του ν. 998/1979 ορίζεται ότι «ναυπηγεία ή διυλιστήρια ή άλλα μεγάλα βιομηχανικά συγκροτήματα επιτρέπεται να εγκατασταθούν σε δάση και δασικές εκτάσεις, περιλαμβανομένας εις την υπό στοιχείον β’ κατηγορίαν της παρα­γράφου 2 του άρθρου 4 του παρόντος, μη περιλαμβανομένας δε εις τας…. κατηγορίας α’ και 6′ της παραγράφου 1 του αυτού άρθρου 4, εφόσον τούτο επιβάλλεται εκ της φύσεως των ως άνω επιχειρήσεων και της θέσεως εις ήν κείνται τα δάση ή αι δασικοί εκτάσεις».
Στην κατηγορία α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 998/1979 υπάγονται ειδικότερα «δάση και δασικές εκτάσεις που περιλαμβάνονται σε ΖΕΔ και ΖΕΠ», ενώ στην κατηγορία β’ υπάγονται «δάση και δασικές εκτάσεις αι οποίαι ασκούν ιδιαιτέραν προστατευτικήν επίδρασιν επί των εδαφών και των υπογείων υδάτων, ως αι κείμεναι ε­ντός λεκανών απορροής χειμάρρων, αι υπερκείμεναι πόλεων, χωρίων η οικισμών, αι ασκούσαι προστασίαν επί παρακειμένων φυσικών ή πολιτιστικών μνημείων ή σημαντικών τεχνικών έργων (προστατευτικά δάση και δασικαί εκτάσεις)».
Κατά τις προεκτεθείσες διατάξεις, επομένως, δεν είναι δυνατή η εγκατάσταση βιομηχανίας οποιασδήποτε μορφής και οποιουδήποτε αντικειμένου σε δάση ή δασικές εκτάσεις που διαθέτουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που απαιτούνται για την υπαγωγή σε μια από τις δύο ανωτέρω ειδικές κατηγορίες (ΣτΕ 3883/2008).
Εν προκειμένω, όπως επισημαίνεται και στη ΜΠΕ (κεφ. 7.5.1), η ευρύτερη περιοχή της μελέτης περιλαμβάνει ΕΖΔ και ΖΕΠ και, ταυτόχρονα, καλύπτεται από δάση δρυός, οξιάς, καστανιάς κ.ά. που έχουν ιδιαίτερη επίδραση στα υπόγεια ύδατα, γεγονός που καταμαρτυρεί η πλούσια ποικιλία ποταμών, ρεμάτων και παραρεμάτιων υγροτοπικών συστημάτων που απαντώνται στην περιοχή. Ειδικότερα, κατά τις σχετικές αναφορές της ΜΠΕ (κεφ. 3.3.1):
Ο ποταμός Κοκκινόλακκας (Στρατώνι) πηγάζει ανατολικά της Στρατονίκης, είναι περιστασιακής ροής και ανήκει στην υδρολογική (υπο)λεκάνη Κοκκινόλακκα. Η συγκεκριμένη υπολεκάνη είναι πυκνά δασωμένη -ιδιαίτερα ημιορεινή περιοχή-και καλύπτεται κυρίως από πευκοδάση.
Στην υδρολογική λεκάνη του Μαυρόλακκα (Ολυμπιάδα) συμβάλλουν τα ρέματα Κηπουρίστρα και Ξηρόλακας. Ο ποταμός παρουσιάζει μόνιμη ροή καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους (εποχιακή ροή) και από πλευράς κάλυψης «το μεγαλύτερο μέρος της λεκάνης του Μαυρόλακκα καλύπτεται από δασικές ή θαμνώδεις επι­φάνειες σε ποσοστό 93%».
Ο ποταμός Ασπρόλακκας (Σκουριές) ανήκει στην ομώνυμη υδρογεωλογική λε­κάνη, η οποία περικλείει σχεδόν ολόκληρη την περιοχή μελέτης των Σκουριών και μέρος της περιοχής μελέτης του Στρατωνίου. Θεωρείται ποταμός συνεχούς ροής και η λεκάνη του καλύπτεται κατά το 90% της έκτασης της από δασικές και θαμνώδεις εκτάσεις.
Στη ΜΠΕ αναφέρεται επίσης ότι «οι ιδιαίτερες συνθήκες μικροκλίματος, η πυκνή βλάστηση και τα αδιατάρακτα από ανθρωπογενείς παρεμβάσεις υγροτοπικά συστήματα, συνθέτουν ένα ιδανικό ενδιαίτημα για τη διατήρηση της υψηλής βιοποικιλότητας, όσον αφορά την πανίδα».
Με τα χαρακτηριστικά αυτά είναι φανερό, ενόψει και όσων προεκτέθηκαν (υπό 111.Δ.β. 1), ότι όλες οι δασικές περιοχές, στις οποίες εμπίπτει το υπό κρίση επενδυτικό σχέδιο, συνιστούν δασικά οικοσυστήματα υπαγόμενα στις κατηγορίες των περιπτώσεων α’ και β’ του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 998/1979, όπου σύμφωνα με το άρθρο 56 παρ. 1 και 3 του ν. 998/1979 απαγορεύεται η εγκατάσταση βιομηχανίας. Κατά συνέπεια, η έγκριση των επιμέρους βιομηχανικών έργων του επίδικου επενδυτικού σχεδίου μέσα στις περιοχές αυτές είναι ακυρωτέα ως αντικείμενη στην προαναφερθείσα απόλυτη απαγόρευση του άρθρου 56 παρ. 3 του ν. 998/1979.
3. Με το άρθρο 57 του ν. 998/1979 ρυθμίζεται ειδικά η άσκηση μεταλλευτικών και λατομικών εργασιών σε εκτάσεις με δασικό χαρακτήρα, συνιστάμενες είτε σε έρευνα είτε σε εκμετάλλευση. Ειδικότερα, με την παράγραφο 2 προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι η εκμετάλλευση των μεταλλείων με εξόρυξη, διαλογή, επεξεργασία και αποκομι­δή μεταλλευτικών ορυκτών, διάνοιξη οδών προσπελάσεως και ανέγερση εγκαταστάσεων που εξυπηρετούν τις ανάγκες εκμεταλλεύσεως τους, υπόκεινται σε έγκριση. Αν μάλιστα οι ανωτέρω εργασίες διεξάγονται σε δάσος ή δασική έκταση των κατηγοριών α’ και β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 998/1979, απαιτείται έγκριση ακόμη και αν είχε χορηγηθεί προηγουμένως άδεια για έρευνα. Συναφώς, με την παράγραφο 3 του άρθρου 57 ορίζεται ότι η εκμετάλλευση των μεταλλευτικών ορυκτών ενεργείται υποχρεωτικά «κατά τρόπον μη καταστρέφοντα την δασικήν βλάστησιν εις μη εις το α­πολύτως απαραίτητον μέτρον. Η εναπόθεσης ή μεταφορά των στείρων ή καταλοίπων εκ των εξορυσσομένων μεταλλευμάτων… ενεργείται εις ειδικούς προς τούτο χώρους κατά τους όρους της εν των άρθρω 45 παρ. 4 (5) μελέτης».
Από τις προεκτεθείσες διατάξεις, όπως έχουν ερμηνευθεί ήδη από το Δικαστήριο Σας (ΣτΕ 3883/2008), έπεται ότι εντός των δασών και δασικών εκτάσεων των υπαγομέ­νων στις κατηγορίες α’ και β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ν. 998/1979, επι­τρέπεται η διεξαγωγή, ύστερα από έγκριση μόνο των ρητώς στο άρθρο 57 του ιδίου νόμου κατονομαζομένων μεταλλευτικών εργασιών, στις οποίες, πάντως, δεν περιλαμ­βάνεται η εναπόθεση των υπολοίπων της βιομηχανικής επεξεργασίας των μεταλλευμά­των (ακόμη και των μεταλλευμάτων που έχουν αποκομισθεί από τον ίδιο χώρο), εφό­σον άλλωστε και αυτών τούτων των στείρων καταλοίπων -από τα απλώς εξορυσσόμενα και συνεπώς παραμένοντα ανεπεξέργαστα μεταλλεύματα- η εναπόθεση ή μεταφορά επιβάλλεται, κατά το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 998/1979, να γίνεται σε ειδικούς χώρους.
Το Δικαστήριο Σας, συνδυάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 56 και 57 του ν. 998/1979, καταλήγει με την εξής σκέψη: «Δεν επιτρέπεται η εντός των δασών ή δασικών εκτάσεων των ανωτέρω κατηγοριών εγκατάσταση μεταλλουργικής βιομηχανίας, ακόμα και αν έχει ως μόνο σκοπό την εναπόθεση των υπολοίπων της βιομηχανικής επε­ξεργασίας των μεταλλευμάτων, διότι η δραστηριότητα αυτή αφενός δεν συνιστά, κατά τα ήδη εκτεθέντα, μεταλλευτική εργασία επιτρεπόμενη για τα εν λόγω δάση και δασικές εκτάσεις και αφετέρου οδηγεί σε αναίρεση της θεσπιζόμενης με το άρθρο 56 απαγο­ρεύσεως να εγκαθίσταται εντός αυτών οιασδήποτε μορφής βιομηχανία. Τέλος, σε χώρο που έχει το χαρακτήρα δάσους ή δασικής έκτασης, οι διατάξεις του Κανονισμού Μεταλ­λευτικών & Λατομικών Εργασιών που αφορούν τον εντοπισμό, εκμετάλλευση, αξιοποίηση ή επεξεργασία των ορυκτών υλών, εφαρμόζονται εφόσον και κατά το μέρος του οι δραστηριότητες αυτές επιτρέπονται κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις».
Από χα προεκτεθέντα καθίσταται σαφές ότι το επίδικο επενδυτικό έργο -που αναπτύσσεται σε δάση τα οποία είτε ανήκουν σε ΖΕΔ και ΖΕΠ είτε επιδρούν προστατευτικά στο έδαφος και τα υπόγεια ύδατα- δεν μπορεί να θεμελιωθεί νομίμως στις διατάξεις του άρθρου 56 παρ. 3 του ν. 998/1979 που απαγορεύει τη (μεταλλουργική) βιομηχανία, ούτε όμως και στις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 2 και 3 του ιδίου νόμου, εφόσον στις μεταλλευτικές εργασίες που επιτρέπονται με τη διάταξη αυτή δεν περιλαμβάνεται η εναπόθεση των καταλοίπων της βιομηχανικής επεξεργασίας. Συνεπώς, η προσβαλλόμε­νη ΑΕΠΟ είναι ακυρωτέα λόγω παραβίασης των άρθρων 56 παρ. 3 και 57 παρ. 1 & 3 του ν. 998/1979.
ΣΤ. Παραβίαση της κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας για την προστασία και διαχείριση των υδατικών πόρων
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της Οδηγίας Πλαίσιο 2000/60/ΕΚ «για την κοινοτική δράση στον τομέα της πολιτικής των υδάτων», του ν. 3199/2003 με τον οποίο η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην εθνική μας έννομη τάξη, και του π.δ. 51/2007 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση τους, η χρήση των υδάτων υπόκειται σε αρχές και περιορισμούς που συνθέτουν τη βιώσιμη διαχείριση των υδατικών πόρων. Κατά τις διατάξεις, αυτές θεμελιώδης αρχή για την επίτευξη της προστασίας των υδατικών πόρων οι οποίοι συνιστούν ουσιώδες στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος, είναι ο ολοκληρωμένος σχεδια­σμός και προγραμματισμός της διαχείρισης τους σε επίπεδο Λεκάνης Απορροής Ποταμού (ΛΑΠ).
Βασικός περιβαλλοντικός στόχος του σχεδιασμού αυτού είναι η διατήρηση της κα­λής ποιότητας, η πρόληψη της υποβάθμισης και η διαθεσιμότητα των υδάτων, βάσει καθορισμένων ποσοτικών και διαχειριστικών κριτηρίων. Προς την κατεύθυνση αυτή, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκπονούν «Σχέδια Διαχείρισης» ανά ΛΑΠ για την προστασία, τη βελτίωση και την αποκατάσταση όλων των συστημάτων υπόγειων υδάτων, την πρόληψη της ρύπανσης ή άλλης επιδείνωσης της κατάστασης τους, και, τέλος, την επίτευξη ισορροπίας ανάμεσα στην άντληση και την ανανέωση τους. Στο ίδιο πλαίσιο το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού Κεντρικής Μακεδονίας (ΦΕΚ Β, 218/2004), προβλέπει ειδικά ότι «για την ορθολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων απαιτείται συνολικός και μακροχρόνιος προγραμματισμός που θα προσδιορίζει τα υ­δατικά αποθέματα ανά υδρογεωλογική λεκάνη και θα καθορίζει τις απαιτούμενες πα­ρεμβάσεις για τη ρύθμιση της ροής των υδάτων».
Στην επίδικη περίπτωση η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ είναι ακυρωτέα διότι δεν βασίζε­ται σε συγκεκριμένα σχέδια ορθολογικής διαχείρισης των ΛΑΠ Κεντρικής Μακεδονίας (και εν προκειμένω της Β.Α. Χαλκιδικής), δεδομένου ότι αυτά δεν έχουν ακόμα εκπονη­θεί (βλ. σχετικά τους Π.Ο. 51.23 & 51.26 της προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ), καίτοι έληξε η προθεσμία προσαρμογής που είχε τεθεί για το σκοπό αυτό από την Οδηγία 2000/60ΕΚ.
2. Περαιτέρω, η διακοπή του παρακείμενου ποτάμιου συστήματος του Χαβρία από τις προβλεπόμενες δραστηριότητες επάγεται έντονες παρεμβάσεις στα υφιστάμενα, οριοθετημένα φυσικά υδάτινα οικοσυστήματα (εκτροπές ρεμάτων, μεταβολή συνθη­κών επιφανειακής απορροής κ.ά.), γεγονός που θα μεταβάλει άρδην και τα συστήματα επιφανειακής απορροής στην ευρύτερη περιοχή. Χαρακτηριστική είναι, ιδίως, η περί­πτωση των υδατορεμάτων “Καρατζά Λάκκος” και “Λοτσάνικο” τα οποία πρόκειται να εξυπηρετήσουν χώρους απόθεσης τελμάτων εμπλουτισμού του Μεταλλείου Σκουριών και σήμερα συμβάλλουν στον ποταμό “Ασπρόλακκα”, τα ύδατα του οποίου, μέσω κατείσδυσης, υδροδοτούν τον σημαντικότερα υδροφορέα της Β.Α. Χαλκιδικής, τη λεκάνη του κάμπου Στρατονίκης, απ’ όπου με γεωτρήσεις ελάχιστου βάθους υδροδοτείται ολό­κληρη η προ του Άθω περιοχή (Ιερισσός, Ν. Ρόδα, Αμμουλιανή, Ουρανούπολη, ξενοδοχειακά συγκροτήματα, οικισμοί Γαβριάδια, Νηρέας) και το Στρατώνι.
Όπως διαπιστώνει η ΜΠΕ «οι αναμενόμενες συνολικά επιπτώσεις στο υδατικό περιβάλλον αναμένεται να είναι σημαντικές, με αρνητικό χαρακτήρα εξαιτίας κυρίως της σημαντικής επέμβασης στο ποτάμιο σύστημα της περιοχής. Οι επιπτώσεις αυτές θα εί­ναι μόνιμες και μη αναστρέψιμες·». Με αυτά τα δεδομένα, το επίδικο επενδυτικό πρό­γραμμα που εγκρίθηκε με την προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ, καίτοι δεν έχει προηγηθεί μέρι­μνα για την ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων μέσω ειδικού διαχειριστικού σχεδίου των υδατικών αποθεμάτων της περιοχής, έρχεται σε ευθεία αντίθεση προς την αρχή της βιώσιμης διαχείρισης ίων υδατικών πόρων, όπως αυτή θεμελιώνεται στις προεκτεθείσες διατάξεις της κοινοτικής (Οδηγία 2000/60/ΕΚ) και της εθνικής (ν. 3199/2003 και π.δ. 51/2007) νομοθεσίας.
3. Η προστασία της υπόγειας υδροφορίας από τα παραγόμενα απόβλητα με τη μέ­θοδο της λιθογόμωσης των υπόγειων κενών της εξόρυξης, προϋποθέτει ότι η επιλογή και η διαχείριση των υλικών θα γίνεται με κριτήριο την περιβαλλοντική συμβατότητα τους. Τούτο συνάγεται και από την έκθεση του Γ. Ψυχογυιόπουλου, Μηχ. Μεταλλείων 1ΓΜΕ, μέλους της γνωμοδοτικής επιτροπής για τις συνθήκες λειτουργίας του Μεταλλεί­ου Μαύρων Πετρών. Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται στο έγγραφο Δ8-Α/Φ.7.49.13/2223/3949/ 2.12.2010 της Διεύθυνσης Μεταλλευτικών & Βιομηχανικών Ορυκτών του ΥΠΕΚΑ «εάν στο τέλμα προς λιθογόμωση ελαχιστοποιηθεί η περιεκτικότη­τα θείου, η διάθεση του στη λιθογόμωση θα είναι περιβαλλοντικά ασφαλέστερη, σε σχέση με την προβλεπόμενη στη ΜΠΕ» κατά την οποία ως πρώτη ύλη χρησιμοποιούνται τα αδρομερή απόβλητα εμπλουτισμού, στα οποία εμπεριέχεται η συνολική ποσό­τητα σιδηρο-αρσενοπυρίτη. Η χημική σύσταση του τελευταίου περιέχει τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε θείο (S) αρσενικό (As).
Γνωρίζοντας τα ανωτέρω, η Υπηρεσία καταλήγει στο έγγραφο της με το συμπέ­ρασμα ότι «για το σκοπό αυτό, με βάση τα υφιστάμενα στοιχεία, φαίνεται να επαρκεί η χρήση των στείρων εκμετάλλευσης που αποτελούν το 12% των εξορυσσόμενων από το μεταλλείο πετρωμάτων, και τα οποία το 2009 ανέρχονταν σε πάνω από 2 εκ. τόνους αποθεμάτων στην περιοχή Καρακολίου. Σε κάθε περίπτωση, η παρούσα μελέτη (ΜΠΕ) να συμπληρωθεί με το ισοζύγιο των ποσοτήτων των παραγόμενων στείρων της εκμε­τάλλευσης του μεταλλείου Μαύρων Πετρών, ως προς τις αντίστοιχες απαιτούμενες προς λιθογόμωση ποσότητες (τόσο στο λειτουργούν μεταλλείο Μαύρων Πετρών, όσο και στο εξοφλημένο του Μαντέμ Λάκκου)».
Δεδομένου ότι από το φάκελο δεν προκύπτει συμπλήρωση της ΜΠΕ κατά τις ανωτέρω υποδείξεις της κατ’ εξοχήν αρμόδιας Διεύθυνσης Μεταλλευτικών & Βιομηχα­νικών Ορυκτών του ΥΠΕΚΑ ούτε στους εγκεκριμένους με την ΑΕΠΟ περιβαλλοντικούς όρους περιλαμβάνονται σχετικές δεσμεύσεις, διαπιστώνεται σοβαρό έλλειμμα αιτιο­λογίας ως προς την επιλογή της ασφαλέστερης μεθόδου λιθογόμωσης για την προστα­σία της υπόγειας υδροφορίας της περιοχής, το οποίο καθιστά την προσβαλλόμενη πρά­ξη ακυρωτέα.
4. Τέλος, τόσο η εξόρυξη όσο και οι εγκαταστάσεις εμπλουτισμού και μεταλλουργίας που προβλέποναται από την ΑΕΠΟ υπαγορεύουν την άντληση σημαντικότα­των ποσοτήτων ύδατος με συνέπεια τη δραστική αύξηση της υδρομάστευσης της πε­ριοχής και την αποστράγγιση του υπεδάφους της. Συγκεκριμένα, για την εκτέλεση των μεταλλευτικών εργασιών σε ξηρό περιβάλλον η ΜΠΕ προβλέπει αποστράγγιση του υπεδάφους και υποβάθμιση της στάθμης του υπόγειου υδροφορεα στην περιοχή της Ολυμπιάδας στα – 660 m από τη στάθμη της θάλασσας. Επίσης, στην περιοχή των Σκουριών, η επέκταση της δραστηριότητας αναμένεται να προκαλέσει ταπείνωση της στάθμης του υδροφορεα κατά εκατοντάδες μέτρα, αφού το κοίτασμα εκεί φθάνει μέχρι τη στάθμη -100 m, ενώ η στάθμη των υπογείων υδάτων είναι σήμερα +480 m. Οι δυσμενείς επιπτώσεις από την κατά τα ως άνω υποβάθμιση της στάθμης του υδροφορεα είναι πολλές, σημαντικές και ανεπίστρεπτες, όπως άλλωστε εκτιμά και η ίδια η ΜΠΕ: εξάντληση των πηγών, περιορισμός των επιφανειακών απορροών που προέρχονται από την εκφορτιση υπόγειων υδροφορέων, περιορισμός του εμπλουτισμού των υδροφόρων στρωμάτων των πεδινών περιοχών, αστάθεια του εδάφους, καθιζήσεις κ.λπ..
Κατά τις εκτιμήσεις της ΜΠΕ η ποσότητα ύδατος που προβλέπεται ότι θα α­ντληθεί για την επίτευξη της απαιτούμενης ταπείνωσης της στάθμης του υδροφορεα κυμαίνεται μεταξύ 4.4 και 5.1 εκατομμυρίων ΓΠ3/έτος. Πρόκειται για ποσότητα που υπερβαίνει τη φέρουσα ικανότητα της περιοχής και αντιστοιχεί στην απαιτούμενη (ποσότητα) για την ύδρευση του συνόλου των μόνιμων κατοίκων του Νομού Χαλκιδικής επί ένα έτος. Σημειωτέον ότι ο Νομός είναι από τους πλέον ελλειμματικούς από άποψη υδατικού ισοζυγίου, όχι μόνο γιατί το υδατικό δυναμικό του είναι μειωμένο αλλά και γιατί εμφανίζει αυξημένες ανάγκες σε νερό, κυρίως λόγω των ασκούμενων δραστηριο­τήτων. Η αύξηση της μεταλλευτικής δρατηριότητας με την εγκεκεκριμένη ΑΕΠΟ θα επι­δεινώσει αναπόφευκτα ακόμη περισσότερο το αρνητικό αυτό υδατικό ισοζύγιο.
Τα ανωτέρω προφανώς δεν εναρμονίζονται με τη συνετή χρήση των φυσικών πόρων που προτείνει ως πρότυπο χωρικής ανάπτυξης για την περιοχή (σημείο 42) το Περιφερειακό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού Κεντρικής Μακεδονίας (ΦΕΚ 8,218/2004), μετά από συνεχείς παρατηρήσεις των μακροχρόνιων επιπτώσεων των εξορυκτικών και μεταλουργικών δραστηριοτήτων «στη χρήση των υδατικών κόρων, σε συνδυασμό με την ογκούμενη ζήτηση νερού για τις οικιστικές, τις ξενοδοχειακές και τις συνακόλουθες συμπληρωματικές αγροτικές δραστηριότητες, δεδομένου μάλιστα ότι η Χαλκιδική αντιμετωπίζει σημαντικά ζητήματα διαχείρισης ελλειματικού υδατικού ισοζυγίου» (σημείο 29).
Ζ. Παραβίαση της προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος
1. Σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 και 6 Συντ. η προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, ιδίως δε των μνημείων και των παραδοσιακών στοιχείων του, αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Από τη συνταγματική αυτή εγγύηση απορρέει άμεση και ευθεία δέσμευση της Διοίκησης αφενός να λαμβάνει όλα τα θετικά μέτρα για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών αφετέρου να απέχει από τη λήψη μέτρων που οδη­γούν στην καθ’ οιονδήποτε τρόπο αλλοίωση, υποβάθμιση ή επιδείνωση τους. Στο πλαί­σιο αυτό η Διοίκηση, όταν επιτρέπει κατ’ εξαίρεση εργασία ή επέμβαση επί ή πλησίον αρχαιολογικού χώρου, οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τους λόγους χορήγησης της σχετι­κής άδειας, εξηγώντας όχι μόνο γιατί η ενέργεια αυτή δεν θα βλάψει άμεσα ή έμμεσα τα προστατευόμενα μνημεία, αλλά και γιατί θα αποβεί άμεσα ωφέλιμη στην περαιτέρω ανάδειξη τους (ΣτΕ 887/2008, 2331/2006, 2450/2005).
Στο πλαίσιο αυτό, με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3028/2002 για την «προστασία των Αρχαιοτήτων και ενγένειτης Πολιτιστικής Κληρονομιάς», ρητώς ορίζεται ότι «απαγορεύεται κάθε ενέργεια σε ακίνητο μνημείο, η οποία είναι δυνατόν να επιφέρει με άμεσο ή έμμεσο τρόπο καταστροφή, βλάβη, ρύπανση ή αλλοίωση της μορφής του», ενώ στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι «.η επιχείρηση οποιουδήποτε τεχνικού ή άλλου έργου ή εργασίας πλησίον αρχαίου επιτρέπεται μόνο μετά από έγκρι­ση του Υπουργού Πολιτισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου. Η έγκριση χορηγείται εάν η απόσταση από το ακίνητο μνημείο ή η σχέση με αυτό είναι τέ­τοια ώστε να μην κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη αυτού λόγω του χαρα­κτήρα του έργου».
Στην προκειμένη περίπτωση, τόσο η άμεση όσο και η ευρύτερη περιοχή ενδιαφέ­ροντος χαρακτηρίζεται από σημαντικό ιστορικό και πολιτιστικό πλούτο που συνδυάζει σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα και μαρτυρίες για την εξέλιξη της μεταλλευτικής τεχνολογίας από την παλαιοχριστιανική, την υστεροβυζαντινή, την περίοδο των πρώτων αγώνων της τουρκοκρατίας μέχρι την ανάπτυξη της δραστηριότητας αυτής στον 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα. Ο πλούτος αυτός, σύμφωνα με την ΜΠΕ (σημείο 3.4.3.1), «έχει ελάχιστα μέχρι σήμερα αξιοποιηθεί και προβληθεί».
Κύριοι σταθμοί στην ιστορική και πολιτιστική διαδρομή της περιοχής θεωρούνται τα Αρχαία Στάγειρα (γενέτειρα του Αριστοτέλη), το Στρατώνι (η Αρχαία Στρατονίκη κατά τον Πτολεμαίο), τα Στάγειρα (μεσαιωνικό φρουριακό συγκρότημα του 15ου αιώνα), οι αρχαίες μεταλλευτικές εγκαταστάσεις, αλλά και οι νεότερες (εγκαταστάσεις Μαντέμ Λάκκου του 19ου και 20ου αιώνα, εργατικός οικισμός Στρατωνίου). Ενδεικτικά, από την πλειάδα των σπουδαίων αρχαιολογικών χώρων και μνημείων αναφέρουμε τον οριοθετημένο αρχαιολογικό χώρο Σταγείρων (ΦΕΚ Β, 212/1995 & Β, 1194/1973), τον οριοθετημένο αρχαιολογικό χώρο Σιδηροκαυσίων (ΦΕΚ ΑΑΠ, 311/2009), τους αρχαιολογικούς χώρους και τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους «Λιοτόπι», Πετρόλακος» και «Βίνα» (ΦΕΚ Β, 1194/1973), τον πρόσφατα οριοθετημένο αρχαιολογικό χώρο «Πετρόλακος» (ΑΑΠ, 505/2009), το μεσαιωνικό φρουριακό συγκρότημα (Πύργος) των Σταγείρων (ΦΕΚ Β, 666/1970), τον αρχαίο οικισμό Στρατωνίου και το αντίστοιχο νεκροταφείο (ΦΕΚ Β, 352/1996), το ερειπωμένο χωριό «Χωρούδα» των μεταλλωρύχων του 19ου αιώνα (ΦΕΚ Β, 665/1988) κ.ά.
Σύμφωνα με τη ΜΠΕ, οι επιπτώσεις από την υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου στα ανωτέρω προστατευόμενα στοιχεία εκτιμώνται ως «μετρίως σημαντικές, μόνιμες και μερικώς αναστρέψιμες». Στην ήπια αυτή εκτίμηση καταλήγει η Μελέτη χωρίς να έ­χει προηγηθεί τεκμηριωμένη επιστημονική παρουσίαση των κρίσιμων αρχαιολογικών παραμέτρων και παράθεση των επαπειλούμενων κινδύνων. Τούτο θα ήταν άλλωστε αδύνατον, αφού στην επιστημονική ομάδα που συνέταξε τη ΜΠΕ δεν μετείχε αρχαιολόγος ούτε ιστορικός.
Περαιτέρω, από τα έγγραφα των γνωμοδοτουσών επί της ΜΠΕ υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού διαπιστώνεται σύγχυση ως προς τα όρια άσκησης της αρμοδιότητας τους. Η Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων ΙΣΤ’ με το έγγραφο της ΙΣΤ ΕΠΚΑ/Α/12662/18.11.2010 και η 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων με το έγγραφο 262/18.1.2011, διατυπώνουν ειδικότερα θετική γνώμη για την πραγματοποίηση επιμέ­ρους έργων, επικαλούμενες ως αιτιολογία την ήδη υπάρχουσα αλλοίωση του περι­βάλλοντος των μνημείων από τις σύγχρονες εγκαταστάσεις ή το γεγονός ότι τα μνημεία βρίσκονται εκτός των ορίων της ζώνης κατάληψης του έργου, ανεξάρτητα αν επηρεάζο­νται άλλως πως από αυτό. Οι συγκεκριμένες κρίσεις αποτελούν προϊόν νομικής πλάνης καθώς στα άρθρα 2 και 6 παρ. 2 του ν. 3028/2002 ρητώς ορίζεται ότι η προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην προστασία, συντήρηση αλλά και αποκατάσταση και ανάδειξη των μνημείων και του περιβάλλοντος χώρου τους.
2. Από το συνδυασμό των άρθρων 49 παρ. 2 και 50 παρ. 5γ (ββ) του ν. 3028/2002 συνάγεται ότι για επεμβάσεις μείζονος σημασίας σε μνημεία, χώρους και τόπους, αρμόδιο γνωμοδοτικό όργανο είναι το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ), αν τα προστατευόμενα πολιτιστικά αγαθά χρονολογούνται έως το 1830, ή το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων (ΚΣΝΜ), αν πρόκειται για την προστασία νεώτερων μνημείων ή τόπων.
Δεδομένου ότι το επίδικο επενδυτικό σχέδιο συνιστά επέμβαση μείζονος σημα­σίας σε ευρύτερη περιοχή, η οποία διαθέτει σημαντικά ευρήματα από όλες τις περιό­δους της ελληνικής ιστορίας, για την πραγματοποίηση του έπρεπε να είχε προηγηθεί γνωμοδότηση του ΚΑΣ από κοινού με το ΚΣΝΜ επί του περιεχομένου της ΜΠΕ. Τέτοια γνωμοδότηση όμως ουδέποτε συνετάγη από τα ανωτέρω αρμόδια συλλογικά όργανα και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ, καίτοι συνυπογράφεται από τον Υπουργό Πολιτισμού και Τουρισμού είναι ακυρωτέα λόγω παραβίασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας.
Ακόμη και αν ήθελε υποστηριχθεί, ως υπόθεση εργασίας, ότι η γνωμοδότηση του ΚΑΣ που εκδόθηκε στο πλαίσιο της ΠΠΕΑ και αποτέλεσε το έρεισμα της απόφασης ΥΠΠΟ/ΓΔΑΠΚ/ΑΡΧ/Α1/Φ16/55765/2902/29.7.2009 του Υπουργού Πολιτισμού θεραπεύει την ανωτέρω πλημμέλεια (ως εκδοθείσα στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας), πάντως παρατηρείται ότι η γνωμοδότηση αυτή : α) δεν αφορά τα νεώτερα μνημεία, και β) δεν εξετάζει τη συμβατότητα της συνύπαρξης των συγκεκριμένων πολιτιστικών αγαθών με τις εγκαταστάσεις απόθεσης αποβλήτων στον Κοκκινόλακα και τις Σκουριές, για τις ο­ποίες η 10η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων εκφράζει έντονες επιφυλάξεις και δεν συναινεί με την χωροθέτησή τους στις επίμαχες θέσεις. Ειδικά ως προς τα νεώτερα μνημεία επισημαίνεται η αρνητική γνώμη της αρμόδιας Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων Κεντρικής Μακεδονίας, όπως διατυπώνεται στο έγγραφο 1948/11.8.2006. Σύμφωνα με αυτό, «η περιοχή των πρώην “Μεταλλείων Κασσάνδρας” είναι γνωστή ιστορική μεταλλευτική περιοχή, στην οποία διασώζονται τεκμήρια εκμεταλλεύσεων από την αρχαιότη­τα (προστατευόμενοι αρχαιολογικοί χώροι Σταγείρων και Χωρούδας όπου και εγκατά­σταση μεταλλωρύχων 19ου αι. – ΦΕΚ 665/Β/9.9.1988) και η οποία συγκεντρώνει στοιχεία και χαρακτηριστικά ιστορικού τόπου». Συναφώς, στο ίδιο έγγραρφο επισημαίνεται ότι οι προβλεπόμενες επεμβάσεις, όπως περιγράφονται στο φάκελο της ΠΠΕΑ, είναι «εκτεταμένες και σύμφωνα με αυτές θα προκύψουν αλλοιώσεις εν πολλοίς μη αναστρέψιμες στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον με ιστορικό χαρακτήρα. Σε περιοχές όπου υπάρχουν σήμερα μεταλλευτικές εγκαταστάσεις και με μεγάλη πιθανότητα ιστορικές εγκαταστάσεις διαφόρων εποχών μη διευρυμένες και αξιολογημένες μέχρι σήμερα, πρόκειται να αλλοιωθεί το ιστορικό μεταλλευτικό τοπίο σε τέτοιο βαθμό ώστε θα διαγραφεί οιαδήποτε δυνατότητα έρευνας του ιστορικού χώρου για το μέλλον».
3. Όπως ήδη αναφέρθηκε με την απόφαση Φ.31/36676/2920/1973 του Υπουργού Πολιτισμού και Επιστημών (ΦΕΚ Β, 1194/1973) οι περιοχές «Λιοτόπι», «Βίνα» και «Πετρόλακκος», εκτός από αρχαιολογικοί χώροι, χαρακτηρίσθηκαν επίσης τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου Σας, «δεν αποκλείεται μεν κατ’ αρχήν η εκτέλεση έργου… και συνεπώς και η άσκηση παραγωγικής δραστηριό­τητας, ως λ.χ. βιομηχανίας, εις περιοχήν που έχει χαρακτηρισθεί ως τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, εξυπακούεται όμως, ως απαραίτητος προϋπόθεσις, ότι η συγκεκρι­μένη κατά περίπτωση παραγωγική δραστηριότητα ως εκ της εκτάσεως της, του αντι­κειμένου της, του τρόπου λειτουργίας της, των επιδράσεων της στο περιβάλλον, του όγκου της παραγωγής κ.λπ. εναρμονίζεται ως έχει ή υπό τους ενδεχομένως επιβαλ­λόμενους όρους και περιορισμούς προς την μορφήν της περιοχής εντός της οποίας πρόκειται να λειτουργήσει αυτή και προς την απαίτηση διατηρήσεως του φυσικού κάλ­λους, κατά την περί τούτου ειδικώς αιτιολογημένη κρίση» (ΣτΕ 376/1988, 3077/2010). Οι ανωτέρω νομολογιακές παραδοχές ασφαλώς ενισχύονται και από την προσφάτως κυρωθείσα Σύμβαση του Τοπίου (ν. 3887/2010), σύμφωνα με την οποία τα συμβαλλό­μενα Κράτη οφείλουν να αναγνωρίζουν τα τοπία ως απαραίτητο συστατικό του ανθρώ­πινου περιβάλλοντος, να εγκαθιδρύουν και να εφαρμόζουν πολιτικές για την προστα­σία τους και να τα εντάσσουν στις περιφερειακές και αστικές πολιτικές σχεδιασμού και στις πολιτιστικές, περιβαλλοντικές, αγροτικές, κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές τους (άρθρο 5).
Η Διοίκηση όφειλε, επομένως, να είχε διερευνήσει ειδικά τη συμβατότητα του επιδίκου επενδυτικού σχεδίου προς την άμεσα συνδεόμενη και επηρεαζόμενη από αυ­τό περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Αν δε είχε κρίνει εφικτή τη συνύπαρξη τους, θα μπορούσε να επιβάλει ειδικούς περιβαλλοντικούς όρους αφενός για την εναρμόνιση των εκτελούμενων έργων (ως προς το μέγεθος, τα χαρακτηριστικά και τον τρόπο άσκη­σης της δραστηριότητας), αφετέρου για τη μελλοντική αποκατάσταση της μορφολογί­ας, του ανάγλυφου, της αισθητικής και των λοιπών ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του συγκεκριμένου τοπίου. Από τη ΜΠΕ είναι όμως σαφές ότι ο χαρακτηρισμός της περιοχής ως ιδιαίτερου φυσικού κάλλους δεν ελήφθη καν υπόψη και, ως εκ τούτου, δεν υ­πάρχει ειδικώς αιτιολογημένη κρίση, αν και κατά πόσο η επίμαχη εντατική παραγωγι­κή δραστηριότητα συνάδει με τον προστατευόμενο χαρακτήρα της περιοχής. Υπό αυτά τα δεδομένα, η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ ελέγχεται ως ανεπαρκώς αιτιολογημένη και είναι ακυρωτέα.
Η. Παραβίαση της νομοθεσίας για την προστασία των υδατορεμάτων
1. Όπως έχει παγίως νομολογηθεί, τα ρέματα δηλαδή οι πτυχώσεις του εδά­φους με τις οποίες κυρίως συντελείται η απορροή των πλεοναζόντων υδάτων της ξηράς προς τη θάλασσα, εκτός από παράγοντες αντιπλημμυρικής προστασίας, αποτελούν επιπλέον φυσικούς αεραγωγούς και με την χλωρίδα και την πανίδα τους συνιστούν ιδιαίτερα οικοσυστήματα. Για τους λόγους αυτούς έχουν ζωτική σημασία για το οικιστι­κό και φυσικό περιβάλλον (ΣτΕ 1801/1995), και προστατεύονται καθ’ όλη τους την έ­κταση και ανεξάρτητα από τις διαστάσεις τους (ΣτΕ 2669/2001). Περαιτέρω, ως στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελούν αντικείμενο συνταγματικής προστασίας (άρθρο 24 παρ. 1 Συντ.) που αποβλέπει στη διατήρηση της φυσικής τους κατάστασης και στη διασφάλιση της επιτελούμενης από αυτά λειτουργίας της απορροής των υδάτων. Συνε-πώς, η εκτέλεση έργων πλησίον ρεμάτων επιτρέπεται μόνο εφόσον διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη εκτέλεση της φυσικής αυτής λειτουργίας τους.
Για να εξασφαλισθεί ο ανωτέρω σκοπός απαιτείται, πριν από την εκτέλεση του έργου πλησίον του ρέματος, να καθορισθεί η οριογραμμή του κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 του ν. 880/1979, όπως ισχύει, ώστε η μελετώμενη επέμβαση να γίνεται ενόψει της ύπαρξης του ρέματος, αποκλειόμενης σε κάθε περίπτωση οιασδήποτε ερ­γασίας επιχωμάτωσης ή κάλυψης του (ΣτΕ 1990/2007, 453/2003). Κατ’ ακολουθίαν, ο καθορισμός των οριογραμμών αποτελεί κατά νόμο προϋπόθεση για την έκδοση των πράξεων χωροθέτησης και έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων έργου ή δραστηριότητας που βρίσκεται πλησίον ρέματος (ΣτΕ 4494/2009, 1990/2007, 2133/2003, 3780/2001).
Στην επίδικη περίπτωση, κατά παραβίαση των ανωτέρω, δεν προηγήθηκε η οριοθέτηση των υδατορεμάτων «Καρατζά Λάκκου» και «Λοτσάνικου» που σύμφωνα με την ΑΕΠΟ πρόκειται να καταληφθούν από εξ ορισμού εντόνως οχλούσες εγκαταστάσεις απόθεσης αποβλήτων (βλ. ΠΟ δ2.Β.!Ι), επαγόμενες δραστική αλλοίωση και ανεπίστρεπτη βλάβη τους. Είναι προφανές ότι η Διοίκηση κατά τον σχεδιασμό του επιδίκου έργου όφειλε να είχε προβεί στην οριοθέτηση των εν λόγω δυο υδάτινων ρεμάτων και, με γνώμονα την οριοθέτηση αυτή, να είχε προβεί στη συνέχεια σε αξιολόγηση της δυνατό­τητας ή μη διάθεσης τους για το συγκεκριμένο σκοπό.
2. Περαιτέρω, έχει κριθεί (ΣτΕ 4494/2009) ότι η οριοθέτηση υδατορεματων κειμένων σε περιοχές που λόγω του χαρακτήρα τους χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας, όπως είναι οι αρχαιολογικοί χώροι, τα τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, τα δάση, οι δασικές εκτάσεις, τα ευαίσθητα οικοσυστήματα, οι περιοχές ιδιαίτερου περιβαλλοντι­κού ενδιαφέροντος, και γενικά οι υπαγόμενες σε ειδικό καθεστώς προστασίας περιο­χές, δεν μπορεί να θεωρηθεί -κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 Συντ., σε συνδυα­σμό με τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1, 2 και 101 Συντ.- ως “ειδικότερο” θέμα ή θέ­μα “τοπικού” ενδιαφέροντος, εφόσον πρόκειται για περιοχές που έχουν γενικότερη σημασία για τη χώρα. Συνεπώς, η σχετική αρμοδιότητα κατά το άρθρο 43 παρ. 2 Συντ. α­νήκει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και όχι στο Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας ή τον Υπουργό, όπως ορίζει το άρθρο 5 του ν. 3010/2002.
Με αυτά τα δεδομένα, οι αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας: α) 6708/2006 (ΦΕΚ Δ, 944/2006) για την επικύρωση των οριο­γραμμών δώδεκα ρεμάτων στη λεκάνη «Κοκκινόλακα» της περιοχής Στρατώνι-Στρατονίκης του Δήμου Σταγείρων – Ακάνθου, και β) 38S1/2008 για την επικύρωση του καθορισμού οριστικών οριογραμμών των ρεμάτων «Μπασδέκη, Μαυρόλακκα και Ξυρόλακκα» στις περιοχές Ολυμπιάδας Δήμου Σταγείρων – Ακάνθου και Βαρβάρας Δήμου Αρναίας Χαλκιδικής, που αφορούν την οριοθέτηση υδατορεματων τα οποία διέρχονται εν όλω ή εν μέρει μέσα από ευαίσθητες και προστατευόμενες περιοχές (δάση, τοπία φυσικού κάλλους, αρχαιολογικούς χώρους κ.λπ.) έχουν εκδοθεί αναρμοδίως. Επομέ­νως, η προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ που -στηριζόμενη σε αυτές τις παράνομες οριοθετήσεις-καθόρισε εντός ή πλησίον τους την πραγματοποίηση συγκεκριμένων έργων [π.χ. εγκαταστάσεις απόθεσης αποβλήτων στην άνω λεκάνη του ρέματος Κοκκινόλακα (Π.Ο.δ2.Γ.ΐν)] είναι παράνομη και πρέπει να ακυρωθεί.
3. Πέραν των ανωτέρω, τα επίδικα έργα, κατά το μέρος που έχουν σχεδιασθεί πλησίον υδατορεματων, εγκυμονούν σοβαρότατους κινδύνους για την ίδια την υδρο­λογική (φυσική) λειτουργία τους, κατά παραβίαση της προαναφερθείσας συνταγματι­κής διάταξης (άρθρο 24 παρ. 1 Συντ). Ενδεικτικά σημειώνεται ότι η επιφανειακή εκσκαφή (δανειοθάλαμος) στον «Κάκκαβο» θα επιβαρύνει τον υδροφορέα με χημικές ουσίες. Επίσης, για τα ρέματα «Καρατζά Λάκκος» και «Λοτσάνικο» όπου θα δημιουργηθούν δύο γιγαντιαία φράγματα και θα εναποτίθενται ποσότητες αποβλήτων, η διακοπή της λειτουργίας τους ως υδροφορέων είναι αναπόφευκτη.
Θ. Παραβίαση της κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας για τη διαχείριση των αποβλή­των της εξορυκτικής βιομηχανίας
Σύμφωνα με το άρθρο 4 της Οδηγίας 2006/21ΕΚ «για τη διαχείριση αποβλή­των εξορυκτικής βιομηχανίας» και το άρθρο 4 της ΚΥΑ 39624/2209/Ε103/2009 (ΦΕΚ Β, 2076), με την οποία αυτή ενσωματώθηκε στην εθνική μας έννομη τάξη, τα κράτη-μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την ασφαλή διαχείριση των εξορυκτικών αποβλήτων κατά τρόπο που να μην θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία.. Για το σκοπό αυτό πρέ­πει, ειδικότερα, να μην χρησιμοποιούνται μέθοδοι που θα μπορούσαν να βλάψουν το περιβάλλον (νερά, αέρας, έδαφος, πανίδα και χλωρίδα), να μην προκαλείται όχληση από θόρυβο ή οσμές, και να μην επηρεάζεται το τοπίο ή άλλες τοποθεσίες ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Επίσης, ο φορέας της δραστηριότητας πρέπει να λαμβάνει όλα τα ανα­γκαία μέτρα για τη μείωση των επιπτώσεων, με βάση τις Βέλτιστες Διαθέσιμες Τεχνικές, τα τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου, τη γεωγραφική του θέση και τις τοπικές περιβαλ­λοντικές συνθήκες. Τα ανωτέρω ισχύουν αναλόγως και για τη διαχείριση των αποβλή­των μετά το κλείσιμο της εγκατάστασης.
Στην επίδικη περίπτωση οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόσθηκαν, άλλως εφαρμό­σθηκαν πλημμελώς, με αποτέλεσμα να τίθεται πολλαπλά σε κίνδυνο η δημόσια υγεία. Είναι αξιοσημείωτο, ως προς τις μεταλλευτικές εγκαταστάσεις Στρατωνίου, ότι τα αδρομερή απόβλητα εμπλουτισμού περιέχουν το σύνολο της ποσότητας των σιδηροαρσενοπυριτών, επειδή αυτή δεν υπόκειται σε διαδικασία εμπλουτισμού μέχρι τη λει­τουργία της Μεταλλουργίας Χρυσού (βλ. τον πίνακα 5.2.11 της ΜΠΕ «Επέκταση εκσυγχρονισμού του μεταλλείου Μαύρων Πετρών», σελ. 5-77). Σημειωτέον ότι στον σιδηροαρσενοπυρίτη περιέχεται η μεγαλύτερη ποσότητα θείου (s) και αρσενικού (As), όπου μέση περιεκτικότητα σε s 30% και As 3% (ΜΠΕ ως άνω πίν. 5.2.11-2, σελ. 5-76).
Επίσης, η συνολική ποσότητα αρσενικού του μεταλλεύματος της Ολυμπιάδας (αναλογία 3,5%) περιέχεται στο συμπύκνωμα αρσενοπυρίτη, με ποσοστό αρσενικού 12%, το οποίο θα χρησιμοποιείται ως πρώτη ύλη της μεταλλουργίας και -υπό μορφή σκοροδίτη- θα αποτίθεται στην χαρακτηριζόμενη -εξ αυτού του λόγου-λίμνη «επικίνδυνων» αποβλήτων «Κοκκινόλακκα».
Ι. Παραβίαση του νομοθετικού πλαισίου νια την προστασία της ατμόσφαιρας
1. Βασικό μειονέκτημα των πυρομεταλλουργικών μεθόδων επεξεργασίας, όπως αυτή που προκρίθηκε να χρησιμοποιηθεί στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο, είναι η παρα­γόμενη αέρια ρύπανση. Ειδικότερα, εκτός από τα «ευγενή» μέταλλα {χρυσό και άργυ­ρο), τα μεταλλεύματα της Χαλκιδικής περιέχουν θείο και αρσενικό σε πολύ υψηλές περιεκτικότητες (π.χ. 41% και 12% αντίστοιχα στο συμπύκνωμα αρσενοπυρίτη της Ολυ­μπιάδας), μόλυβδο, ψευδάργυρο, σίδηρο, κάδμιο, μαγγάνιο, κοβάλτιο και άλλα βαρέα τοξικά μέταλλα. Από την καύση τους αναπόφευκτα παράγεται μεγάλη ποικιλία αερίων και σωματιδιακών χημικών ενώσεων που αν δεν ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα θα επι­βαρύνουν σημαντικά την ατμόσφαιρα..
Παρά τη σοβαρότητα του ζητήματος στη ΜΠΕ παρατίθενται μεν στοιχεία και μετρήσεις των ρύπων αυτών, αλλά δεν τεκμηριώνεται η ακριβής επίπτωση τους στην ποιότητα του αέρα της συγκεκριμένης περιοχής ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστι­κών της. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η έκλυση διοξειδίου του θείου σε συνδυασμό με την αυξημένη υγρασία της ευρύτερης περιοχής, λόγω άμεσης επαφής με τη θάλασσα, επάγεται πρόκληση σημαντικών ποσοτήτων θειικού οξέως στην ατμόσφαιρα, το οποίο, ακολούθως, θα επιστρέφει με τη μορφή όξινης βροχής, με τις γνωστές επιπτώσεις στη βλάστηση, το θαλάσσιο περιβάλλον, τους υδάτινους πόρους, το έδαφος και φυσικά την υγεία των κατοίκων.
2. Το μετάλλευμα και τα στείρα που θα εξορύσσονται στο Μεταλλείο Σκουριών παρουσιάζουν σημαντική περιεκτικότητα σε βαρέα μέταλλα, ιδιαίτερα As και Cd. Ως εκ
τούτου, εκτιμάται ότι οι εκπομπές βαρέων μετάλλων από την εξόρυξη, την κατεργασία
και τα τέλματα, θα είναι πολύ υψηλές. Σύμφωνα με παλαιότερες μετρήσεις της TVX
Hellas, η ποιότητα του αέρα στην περιοχή είναι ιδιαίτερα επιβαρημένη σε As, με μέσες
τιμές που ξεπερνούν, κατά τόπους, την προτεινόμενη τιμή-στόχο κατά 1-2 τάξεις μεγέθους. Τα επίπεδα As εμφανίζουν τις μέγιστες τιμές κοντά στις περιοχές μεταλλευτικών δραστηριοτήτων και στα τέλματα, παραμένουν όμως σε υψηλά επίπεδα στο σύνολο της περιοχής, κυρίως λόγω της μεταφοράς τους από τον άνεμο.
3. Εξάλλου, η εκτίμηση της ΜΠΕ ότι οι υπολογιζόμενες συγκεντρώσεις αιωρού­μενων σωματιδίων ΡΜ10 βρίσκονται εντός των θεσμοθετημένων ορίων, αποτελεί προϊόν πλάνης, καθόσον τα όρια που θεσπίζονται με την ΠΥΣ 34/30.5.2002 (ΦΕΚ Α125/2002) δεν αναφέρονται σε κάθε δραστηριότητα χωριστά (όπως επιχειρεί η ΜΠΕ),
αλλά αφορούν τα συνολικά τα επίπεδα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Επομένως, για την ορθή αξιολόγηση των επιπτώσεων, έπρεπε οι υπολογιζόμενες συγκεντρώσεις από
το σύνολο των νέων δραστηριοτήτων να είχαν προστεθεί στα ήδη βεβαρυμένα επίπεδα
ρύπανσης που διαπιστώνονται στην περιοχή.
4. Τέλος, οι εκτιμήσεις της ΜΠΕ ως προς την αέρια ρύπανση κατά το μέρος που βασίζονται σε τέσσερα μετεωρολογικά σενάρια, τα οποία αντιπροσωπεύουν πολύ μικρό μέρος των μετεωρολογικών καταστάσεων που καταγράφονται στη διάρκεια του έ­τους, παρίστανται ελλιπείς και ανεπαρκείς, αφού με αυτά τα στοιχεία δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν οι υπερβάσεις των οριακών τιμών που ορίζει ο νομοθέτης αλλά ούτε και η γεωγραφική κατανομή της ρύπανσης.
ΙΑ. Παραβίαση κοινοτικών και εθνικών διατάξεων για τη συμμετοχή στη διαβούλευση και την περιβαλλοντική πληροφόρηση
1. Οι διατάξεις των άρθρων 3-7 της Διεθνούς Σύμβασης του Άαρχους που κυ­ρώθηκε με τον ν. 3422/2005 επιβάλλουν στα κράτη μέλη τη λήψη μέτρων για την ενη­μέρωση των πολιτών και των φορέων εκπροσώπησης τους σε περιβαλλοντικά ζητήματα και για την ουσιαστική συμμετοχή τους στη διαδικασία έκδοσης διοικητικών πράξεων με σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Στο άρθρο 6 προβλέπεται ειδικά η συμμετο­χή του κοινού στη λήψη αποφάσεων για ορισμένες δραστηριότητες, στις οποίες συγκαταλέγεται η «Παραγωγή και Μεταποίηση Μετάλλων» και, ειδικότερα, οι «εγκαταστά­σεις φρύξης ή επίτηξης μεταλλεύματος (συμπεριλαμβανομένου του θειούχου μεταλλεύματος). Βάσει της διάταξης αυτής, η Πολιτεία οφείλει να παρέχει και να εγγυάται έγκαιρα και πραγματικά τη δυνατότητα συμμετοχής στις διαδικασίες λήψης των σχετι­κών αποφάσεων, προκειμένου κάθε ενδιαφερόμενος να μπορεί να διατυπώνει παρα­τηρήσεις και γνώμες προς την αρμόδια αρχή, όταν ακόμα οι σχετικές επιλογές είναι ανοικτές και δεν έχουν ληφθεί οι αντίστοιχες οριστικές αποφάσεις. Στόχος της Σύμ­βασης είναι, εν προκειμένω, να διασφαλισθούν διαδικασίες διαβούλευσης, τέτοιες που να επιτρέπουν τη λήψη της ποιοτικά βέλτιστης απόφασης και την αποδοχή της από το κοινό.
Περαιτέρω, με την κοινή υπουργική απόφαση ΗΠ 37111/2021/2003 (ΦΕΚ Β, 1391) καθορίσθηκε ο ειδικότερος τρόπος ενημέρωσης και συμμετοχής στις διαδικασίες έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του ν. 1650/1986. Συγκεκριμένα, με το άρθρο 4 προβλέπεται η υποχρέωση ενημέρωσης του ενδιαφερόμενου κοινού, το οποίο έχει τη δυνατότητα μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση στον τύπο της σχετικής ανακοίνωσης του οικείου Νομαρχιακού Συμβουλίου να λάβει γνώση του φακέλου της ΜΠΕ και να διατυπώσει εγγράφως και τεκμηριωμένα τις προτάσεις του.
Στην επίδικη υπόθεση, όπως ομολογείται από την ίδια τη Διοίκηση (έγγραφο 26/13.1.2011 της Ειδικής Γραμματέως Επιθεώρησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας), με την τηρηθείσα διαδικασία διαβούλευσης δεν διασφαλίσθηκε η «.ουσιαστική ενημέρωση των πολιτών που επιδιώκουμε και εμποδίζει τον παραγωγικό διάλογο επί τους πε­ριεχομένου του επενδυτικού σχεδίου της “ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ ΑΕ”. Για το λόγο αυτό η Πολιτική Ηγεσία του ΥΠΕΚΑ αποφάσισε τον επαναπροσδιορισμό της διαδικασίας με συνέχιση της ενημέρωσης και ανταλλαγή δέσεων και απόψεων με όλους τους εμπλε­κόμενους και ενδιαφερόμενους φορείς στην Αθήνα, σε χώρο και ημερομηνία που θα σας ανακοινώσουμε εντός των προσεχών ημερών, ώστε να διασφαλιστεί η μελλοντική ανάπτυξη της περιοχής με ταυτόχρονη ψηλή προστασία του περιβάλλοντος σε όφελος του κοινωνικού συνόλου ζητάμε την κατανόηση σας αλλά και την ουσιαστική συμ­βολή σας στα επόμενα βήματα».
Η ανωτέρω διαδικασία διαβούλευσης παρέμεινε, ωστόσο, μετέωρη και ατελής έως την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης αφού ουδέποτε πραγματοποιήθηκε η εξαγγελθείσα συνέχιση της, καίτοι η ίδια η Διοίκηση δεν έπαυσε να δηλώνει ότι «θεωρεί
απολύτως αναγκαία την ολοκλήρωση της (με ένα σφιχτό χρονοδιάγραμμα) πριν από
την έκδοση της ΑΕΠΟ. Και τούτο αφενός για τη διασφάλιση της ουσιαστικής ενημέρωσης όλων των εμπλεκομένων και τη διατύπωση των απόψεων και προτάσεων τους, αλ­λά και την εισροή προτάσεων από επιστημονικούς φορείς. , αφετέρου για την επίτευ­ξη της αναγκαίας κοινωνικής συναίνεσης ως μόνη προϋπόθεση για την απρόσκοπτη υ­λοποίηση της επένδυσης και την παρακολουθηση της εφαρμογής των περιβαλλοντικών όρων σε κάθε βήμα, προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος και της βιώσιμης ανάπτυ­ξης της περιοχής» (έγγραφο ΕΓΕΠΕ 572/24.2.2011).
Με αυτά τα δεδομένα είναι αυταπόδεικτο ότι παραβιάσθηκε ουσιώδης τύπος της διαδικασίας για την έκδοση της ΑΕΠΟ και η προσβαλλόμενη πράξη είναι εξ αυτού του λόγου ακυρωτέα.
2. Με το έγγραφο 131835/27.10.2010 της ΕΥΠΕ/ΥΠΕΚΑ απεστάλη στη Νομαρ­χιακή Αυτοδιοίκηση Χαλκιδικής ο φάκελος της ΜΠΕ προκειμένου να τηρηθεί η διαδικα­σία της διαβούλευσης και να διατυπωθούν απόψεις από τους ενδιαφερόμενους εντός τριακονθημέρου από τη δημοσίευση της σχετικής ανακοίνωσης στον τύπο. Κατά την παραλαβή του εγγράφου αυτού από το Νομαρχιακό Συμβούλιο, ήταν όμως ήδη σε ισχύ η διάταξη του άρθρου 93 παρ. 6 του ΔΚΚ, σύμφωνα με την οποία ένα μήνα πριν από τη διενέργεια των εκλογών και έως την εγκατάσταση των νέων δημοτικών αρχών το Δημοτικό Συμβούλιο αποφασίζει μόνο για θέματα που αναφέρονται σε έκτακτες περιπτώ­σεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης.
Ακόμη λοιπόν και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η τριακονθήμερη προθεσμία υποβο­λής των απόψεων των ενδιαφερομένων δεν έχει ενδεικτικό αλλά αποκλειστικό χαρα­κτήρα -και επομένως έληξε πριν από την εγκατάσταση της δημοτικής αρχής του καλλικρατικού Δήμου Αριστοτέλη- πάντως, η σχετική διαδικασία πάσχει κατά το μέρος που δεν επέτρεψε στα κυρίαρχα όργανα των εμπλεκομένων πρωτοβαθμίων ο.τ.α. να διατυπώσουν νομότυπα και εμπρόθεσμα τις απόψεις τους, αλλά τα απέκλεισε, παρά τον νόμο και το Σύνταγμα (άρθρο 20 παρ. 2 Συντ.), από την συμμετοχή στη λήψη μιας εξαιρε­τικά κρίσιμης απόφασης για την περιοχή αρμοδιότητας τους και για τους ίδιους τους δημότες τους.
IB. Ελλείψεις της ΜΠΕ – Εναλλακτικές λύσεις
1. Στις απαιτούμενες κατά την ΚΥΑ 11014/703/Φ.104/2003 των Υπουργών Οικονομίας & Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. (ΦΕΚ Β’, 332/2003) πληροφορίες που πρέπει να πα­ρέχονται στη Διοίκηση για εργάτης Α’ Κατηγορίας, τόσο προκαταρκτικά, στο στάδιο της ΠΠΕΑ (άρθρα 3 περ. ι’ και 6 περ. ι’), όσο και στο κυρίως στάδιο της έγκρισης των περι­βαλλοντικών όρων, διαμέσου της ΜΠΕ (άρθρα 4 και 7), ειδικώς περιλαμβάνεται η «.συνοπτική περιγραφή των κύριων εναλλακτικών λύσεων που μελετά ο κύριος του έργου και η υπόδειξη των κύριων λόγων της επιλογής της συγκεκριμένης, λαμβανομένων υπόψη των επιπτώσεων τους στο περιβάλλον». Στοιχείο αναγκαίο και κρίσιμο για την πληρότητα, την επάρκεια και την επιστημονική τεκμηρίωση κάθε ΜΠΕ αποτελεί, συνεπώς, η αξιολόγηση κατά τρόπο αντικειμενικό και επιστημονικά δόκιμο όλων των δυνατώνεναλλακτικών λύσεων, ιδίως ως προς τις επιπτώσεις που συνεπάγεται κάθε μια από αυτές χωριστά νια το περιβάλλον (ΣτΕ 1520, 2829, 2844/1993).
Στην επίδικη περίπτωση, κατά παραβίαση των διατάξεων αυτών, παραλείπεται η εξέταση πρόσφορων εναλλακτικών λύσεων, ενπρώτοις, ως προς το εύρος του σχεδίου και τον τρόπο ανάπτυξης της δραστηριότητας, κατά δεύτερον, ως προς τις επιλεγείσες θέσεις πραγματοποίησης των επιμέρους βιομηχανικών εγκαταστάσεων και των αντίστοιχων χώρων απόθεσης και, τέλος, ως προς τον τρόπο κατασκευής του έργου και τις προκριθείσες μεθόδους επεξεργασίας των εξορυσσόμενων μεταλλευμάτων.
Ειδικότερα, η Διοίκηση, προέβη στην έκδοση της προσβαλλόμενης ΑΕΠΟ εμφορούμενη από τη βεβαιότητα ότι το προτεινόμενο έργο αποτελεί το μοναδικό επενδυτι­κό σχέδιο που μπορεί να υποβληθεί και να υλοποιηθεί στο πλαίσιο της κυρωθείσας συμφωνίας του Ελληνικού Δημοσίου με την εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΧΡΥΣΟΣ ΑΕ». Ειδικό­τερα, το σχέδιο που αδειοδοτήθηκε περιβαλλοντικά με την προσβαλλόμενη πράξη α­ντιμετωπίζεται πεπλανημένα από τη ΜΠΕ και τη Διοίκηση (άρθρο α1 ΑΕΠΟ) ως «ενιαία και αδιαίρετη επένδυση», μολονότι περιλαμβάνει επιμέρους αυτοτελείς δράσεις (εξό­ρυξη διαφόρων μεταλλευμάτων, εμπλουτισμός, καθετοποίηση παραγωγής), οι οποίες θα μπορούσαν να υλοποιηθούν εν μέρει, στη βάση μιας ηπιότερης και λιγότερο εντατι­κής εκμετάλλευσης του υφιστάμενου ορυκτού πλούτου. Μια τέτοια επιλογή θα καθι­στούσε μάλιστα συμβατή την ανάπτυξη της συγκεκριμένης δραστηριότητας ισόρροπα και παράλληλα προς τις υπόλοιπες χρήσεις και δραστηριότητες, οι οποίες αναπτύσσο­νται παραδοσιακά ως σήμερα στην ευρύτερη περιοχή. Τούτο θα επέβαλε άλλωστε εν προκειμένω και η αρχή της αειφορίας.
2. Οι συντάκτες της ΜΠΕ, προκειμένου να ενισχύσουν την επιχειρηματολογία για την ανάγκη υλοποίησης του όλου έργου, εμφανίζουν τη μηδενική λύση ως περιβαλλοντικά ασύμφορη για την προστασία κυρίως του εδάφους. Υποστηρίζεται, ειδικότερα, ότι αν δεν πραγματοποιηθεί το επενδυτικό σχέδιο όπως προτείνεται από την εταιρεία, δεν θα καταστεί δυνατή η αποκατάσταση των παλαιών χώρων απόθεσης, με συνέπεια να επιβαρυνθούν περαιτέρω τα εδάφη από τους παρασυρόμενους ρύπους. Πρόκειται για εσφαλμένη εκτίμηση, δεδομένου ότι η υλοποίηση του επενδυτικού σχεδίου και η αποκατάσταση του χώρου απόθεσης των παλαιών τελμάτων της Ολυμπιάδας συνι­στούν δύο απολύτως διακριτά και ανεξάρτητα μεταξύ τους οικονομικά βιώσιμα σχέδια. Για το λόγο αυτό άλλωστε και οι σχετικοί φάκελοι των ΜΠΕ υπεβλήθησαν προς έγκριση ξεχωριστά σε διαφορετικό χρόνο και με άλλη διαδικασία στις αρμόδιες υπηρε­σίες του ΥΠΕΚΑ.
Πράγματι, όπως συνάγεται από το σημείο δ2.Α.ν της ΑΕΠΟ, στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ για την αποκατάσταση των παλαιών τελμάτων είναι η απόληψη και η μετα­φορά των αποθέσεων στο υφιστάμενο παρακείμενο Εργοστάσιο Εμπλουτισμού. Εκεί, μετά τον καθαρισμό τους (με επίπλευση) από τους περιεχόμενους πυρίτες, το μεν συμπύκνωμα των πυριτών μπορεί να διατίθεται στην αγορά προς πώληση, τα δε υπολείμ­ματα της κατεργασίας είτε διατίθενται για χρήση στην τσιμεντοβιομηχανία είτε «αποτίθενται προσωρινά στην υπαίθρια πλατεία που βρίσκεται ΒΔ του κτιρίου της επίπλευ­σης».
Το υπάρχον στα παλαιά τέλματα τη ς Ολυμπιάδας συμπύκνωμα πυριτών που θα προκύψει μετά τον καθαρισμό του στη μονάδα εμπλουτισμού, πωλούμενο ως ημικατεργασμένο προϊόν χρυσού (3,5 gr/tn αποβλήτων περίπου) ή αργυρού (27 gr/tn αποβλήτων περίπου) εκτιμάται όμως ότι μπορεί να αποδώσει σημαντικά κέρδη στην εται­ρεία, της οποίας συνιστά περιουσιακό στοιχείο (βλ. έγγραφο Α)6/1702/20.2.2007 του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Χαλκιδικής). Κέρδη, ικανά μάλιστα να εξασφαλίσουν ως αντιστάθμισμα την αποκατάσταση του υποβαθμισμένου από την αιτία αυτή φυσικού περι­βάλλοντος της άμεσης και ευρύτερης περιοχής.
3. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 Α.2.2 (β)-«Θαλάσσιες μεταφορές και λιμενικές υ­ποδομές και υπηρεσίες» του Γενικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφορου Ανάπτυξης (ΦΕΚ Α’, 128/2008) γίνεται ειδική μνεία στις εξειδικευμένες βιομηχανικές λι­μενικές εγκαταστάσεις των Μεταλλείων. Ειδικότερα, η δημιουργία νέων λιμενικών εγκαταστάσεων για την εξυπηρέτηση βιομηχανικών- μεταλλευτικών και άλλων συναφών χρήσεων είναι δυνατή στο μέτρο που αυτή κρίνεται αναγκαία είτε από τα ιδιαίτερα τεχνοοικονομικά χαρακτηριστικά των εξυπηρετούμενων μονάδων είτε από τη φύση των μεταφερόμενων φορτίων. «Ιε κάθε περίπτωση, η σκοπιμότητα κάθε νέας λιμενικής εγκατάστασης οφείλει να εξετάζεται σε σχέση με τη δυνατότητα ικανοποίησης της παραγωγικής χρήσης : (!) από άλλη παρακείμενη λιμενική εγκατάσταση, (H) από άλλο μετα­φορικό μέσο, (Hi) από άλλης μορφής παραγωγικής διαδικασία, (iv) από υπεράκτιες εγκα­ταστάσεις και υπόγειους αγωγούς ή άλλα σύγχρονα τεχνολογικά συστήματα». Τα ανω­τέρω πρέπει, προφανώς, να εξετάζονται στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής εκτίμησης του σχετικού λιμενικού έργου.
Από το περιεχόμενο της ΜΠΕ διαπιστώνεται ότι οι ανωτέρω παράμετροι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ειδικής εκτίμησης, καίτοι είναι προφανές ότι θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην επιλογή μιας ηπιότερης περιβαλλοντικά εναλλακτικής λύσης σε σχέση με την εξ υπαρχής δημιουργία μιας νέας λιμενικής εγκατάστασης στην ευρύτερη παρά­κτια περιοχή του Στρατωνίου. Υπενθυμίζεται εδώ ότι στο Στρατώνι υπάρχει σήμερα και λειτουργεί λιμένας ο οποίος εξυπηρετεί και τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις των Μεταλ­λείων Κασσάνδρας. Και μπορεί με την προσβαλλόμενη πράξη να υποστηρίζεται ότι επι­χειρείται «επέκταση ή αναβάθμιση» του λιμένα αυτού, όμως από τη ΜΠΕ είναι προφα­νής η νέα χωροθέτηση, αλλά και ο πλήρης παροπλισμός του υφιστάμενου που θα αξιο­ποιείται πλέον για «αποθηκευτικούς και λειτουργικούς σκοπούς».
4. Στο άρθρο 12 παρ. 3 εδ. β’ της ΚΥΑ ΗΠ 11014/703/Φ104/14.3.2003 (ΦΕΚ Β, 332/2003) ορίζεται ότι «στην περίπτωση έργων και δραστηριοτήτων που περιγράφονται στο Παράρτημα II του άρθρου 5 της υπ’ αριθ. Η.Π. 15393/2332/2002 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ Β, 1022), η ΑΕΠΟ, εκτός από τα στοιχεία που περιγράφονται στην παράγραφο 1, αναφέρε­ται επιπλέον και σε μέτρα για την εξασφάλιση της προστασίας της ατμόσφαιρας, του νε­ρού και του εδάφους, ώστε να επιτυγχάνεται υψηλό επίπεδο προστασίας στο σύνολο του, ιδίως με : … (β) την χρήση βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, όπως ορίζονται στο Παράρτημα Ι (παρ. 6) του άρθρου 16 της παρούσας απόφασης και λαμβανομένης υπό­ψη της Κοινοτικής και Διεθνούς εμπειρίας και πρακτικής,…». Περαιτέρω, κατά την πα­ράγραφο 5 του Παραρτήματος ! της ανωτέρω ΚΥΑ «Βέλτιστη Διαθέσιμη Τεχνική» (:ΒΔΤ) συνιστά «το πλέον αποτελεσματικό και προηγμένο στάδιο εξέλιξης των δραστηριοτήτων και μεθόδων λειτουργίας που αποδεικνύει την πρακτική ικανότητα συγκεκριμένων τε­χνικών να συνιστούν κατ’ αρχήν τη βάση των οριακών τιμών εκπομπής για την αποφυγή και, όταν αυτό δεν είναι πρακτικά εφαρμόσιμο, τη γενική μείωση των εκπομπών και των επιπτώσεων για το περιβάλλον στο σύνολο του». Κατά την παράγραφο 6, εξάλλου, «διαθέσιμες» θεωρούνται οι τεχνικές εκείνες που έχουν αναπτυχθεί «σε κλίμα που επι­τρέπει την εφαρμογή τους εντός του οικείου βιομηχανικού κλάδου, με οικονομικά βιώσιμες συνθήκες, λαμβανομένων υπόψη του κόστους και των πλεονεκτημάτων, ανε­ξαρτήτως αν οι ως άνω τεχνικές χρησιμοποιούνται ή παράγονται εντός της επικράτειας, εφόσον εξασφαλίζεται η πρόσβαση του φορέα εκμετάλλευσης σ’ αυτές με λογικούς ό­ρους».
Στην επίδικη περίπτωση, η προκριθείσα από τη ΜΠΕ και της ΑΕΠΟ μεταλλουρ­γική μέθοδος της «ακαριαίας τήξης» (flash smelting) είναι πράγματι διαδεδομένη και εφαρμόζεται για την παραγωγή χαλκού και νικελίου, όχι όμως και για την παραγωγή χρυσού, όπου σε βιομηχανική κλίμακα θα εφαρμοσθεί για πρώτη φορά με την προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ. Για την εφαρμογή της στην περίπτωση του μίγματος χαλκοπυρίτη -αρσενοπυρίτη – σιδηροπυρίτη απαιτείται όμως, σύμφωνα με την κατ’ εξοχήν αρμόδια Διεύθυνση Μεταλλευμάτων & Βιομηχανικών Ορυκτών του ΥΠΕΚΑ (έγγραφο Δ8-Φ.7.49.13/22343/3949/2.12.2010), «περαιτέρω δοκιμή σε μεγαλύτερη κλίμακα, προ­κειμένου να προσαρμοστεί σε βιομηχανικό επίπεδο στα συγκεκριμένα συμπυκνώμα­τα των Μεταλλείων Κασσάνδρας». Δεδομένου λοιπόν ότι η βιομηχανική εφαρμοσιμότητα της μεθόδου αυτής αποτελεί ακόμη αντικείμενο εργαστηριακό δοκιμών, δεν πλη­ροί τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της ως ΒΔΤ, κατά την ισχύουσα εθνική και κοινο­τική νομοθεσία, και επομένως η επιλογή της παραβιάζει τις προαναφερθείσες διατά­ξεις.
5. Από τα προεκτεθέντα (υπό 4) προκύπτει, πάντως, ένα ακόμη σοβαρό έλλειμ­μα της ΑΕΠΟ, το οποίο επισημαίνεται ιδίως στις παρατηρήσεις της Διεύθυνσης Μεταλλευμάτων & Βιομηχανικών Ορυκτών του ΥΠΕΚΑ επί της ΜΠΕ (έγγραφο Δ8-Φ.7.49.13/22343/3949/2.12.2010). Διότι, αν από την περαιτέρω έρευνα για τη βιομη­χανική εφαρμοσιμότητα της μεθόδου αυτής αποδειχθεί ότι αυτή είναι τελικά «τεχνικά μη εφαρμόσιμη» ή «οικονομικά ασύμφορη», δεν έχει επιλεγεί η εναλλακτική μέθοδος που θα μπορέσει να εφαρμόσει η εταιρεία για τη μεταλλουργική επεξεργασία των κοιτασμάτων στις εγκαταστάσεις που θα έχει εντωμεταξύ κατασκευάσει.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο ανωτέρω έγγραφο η ΜΠΕ θα έπρεπε «να περιέχει πλήρη και τεκμηριωμένα εναλλακτικά σενάρια υλοποίησης της κεντρικής κα­τεύθυνσης της επένδυσης, για την περίπτωση εκείνη/ες που δεν καταστεί δυνατή η κα­θολική πραγματοποίηση του συνόλου των συνιστωσών δραστηριοτήτων». Και μπορεί, βέβαια, στην προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ να τονίζεται ότι «απαραίτητη προϋπόθεση για την αξιοποίηση των παραγόμενων συμπυκνωμάτων πυριτών Ολυμπιάδας και χαλκού -χρυσού Σκουριών στην τροφοδοσία του νέου εργοστασίου μεταλλουργίας… είναι η εφαρμογή της Πυρομεταλλουργικής Μεθόδου Ακαριαίας Τήξης», πουθενά όμως στο περιεχόμενο της δεν απαντάται οιοσδήποτε περιβαλλοντικός όρος που να ρυθμίζει ειδικά και συγκεκριμένα την περίπτωση που η μέθοδος αυτή ήθελε αποδειχθεί μη εφαρμόσιμη ή οικονομικά ασύμφορη, και ιδίως να αντιμετωπίζει την τύχη του υπολοίπου επενδυτικού σχεδίου, ενόψει των νέων αυτών δεδομένων.
6. Τέλος, παρατηρείται ότι με την προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ δεν καθορίζεται ένα αυστηρό και ακριβές χρονοδιάγραμμα υλοποίησης των επιμέρους έργων του επενδυτι­κού σχεδίου και ιδίως αποκατάστασης του περιβάλλοντος. Μόνο ένα τέτοιο χρονοδιά­γραμμα θα μπορούσε όμως να εξασφαλίσει προτεραιότητα στην αποκατάσταση της περιβαλλοντικής βλάβης, περιλαμβανομένης και εκείνης που έχει προκληθεί στην περιοχή από προγενέστερες επεμβάσεις (π.χ. αποκατάσταση ρεμάτων με ύδατα και ιζήματα επιβαρημένα από βαρέα μέταλλα, τελμάτων, παράκτιας ζώνης κ.λπ.), σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας. Η ανωτέρω ανάγκη είχε επισημανθεί άλλωστε από τη Διοί­κηση με το από 13.7.2010 έγγραφο (non paper) της Ειδικής Γραμματείας Επιθεώρησης Περιβάλλοντος προς την εταιρεία, μνεία του οποίου γίνεται στο έγγραφο 572/24.2.2011 της ίδιας Υπηρεσίας προς τον Ειδικό Γραμματέα Υδάτων του ΥΠΕΚΑ, του οποίου ιδιαίτερη επίκληση γίνεται στην προσβαλλόμενη ΑΕΠΟ.
Για τους λόγους αυτούς και όσους επιφυλασσόμαστε να προσθέσουμε νομότυπα
ΖΗΤΟΥΜΕ
Να γίνει δεκτή η παρούσα αίτηση ακυρώσεως.
Να ακυρωθεί η κοινή απόφαση 201745/26.7.2011 των Υπουργών Περιβάλλοντος; Ενέργειας & Κλιματικής Αλλαγής, Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας & Ναυτιλίας, Υγείας & Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Αγροτικής Ανάπτυξης & Τροφίμων και Πολιτισμού & Τουρισμού, καθώς επίσης και κάθε άλλη συναφής, προγενέστερη ή μεταγενέστερη διοικητι­κή πράξη ή παράλειψη. Να καταδικασθεί το αντίδικο στην καταβολή της ενγένει δικαστικής μας δαπάνης.
Αθήνα, 10 Νοεμβρίου 2011 Η πληρεξούσια δικηγόρος
ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΓΡΑΦΕΙΟ Παπαδημητρίου
« ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ – ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ – ΦΛΩΡΟΥ
&Συν. ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ»
ΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ